Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα one story una historia una storia. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα one story una historia una storia. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Ιουλίου 2026

Μια ιστορία #21

Άφηκε τον πισω της. 

Εξίασε τον σε 1.5 μέρα. 

Έκλεισε το θέμα. 

 

Ωσπου και ήταν πρωί χάραμα μετά που κάτι μήνες, και σαν εκάθετουν στο αεροδρόμιο, εγύρισε πανω, και είδε τον να την θωρεί στα 5 μετρα. 

Και θυμήθηκε γιατί έσβηννε σαν τον εκοίταζε. 

Επειδή έσβησε. 

Κι σαν άρκεψε να πηγαίνει προς το μέρος της, επιασε τον εαυτό της να ελέγχει μαλλιά, να δαγκώνει χείλη. 

Εστάθηκε μπροστά της ειπε της γεια. ειπε του γεια. 

επαγγελματικα. 

την σύστησε του συνεργάτη του.

έφυε να παει στο γκέητ του.  

 

"πότε επιστρέφεις;" στελλει της μηνυμα, σαν τον θωρεί να απομακρύνεται

 ακκάνει τα χείλη της επειδή χαμογελά. 

"κυριακή"

"μπορείς να βρεθούμε δευτέρα;" στελλει σαν ακομα θωρεί την πλάτη του. 

"οκ ναι" 

Γυρίζει θωρεί την, χαμογελά της

 

14 Ιουλίου 2026

Μια ιστορία #20

Εκάθουνταν στο ίδιο τραπέζι που ετρώαν τόσα χρόνια. Το τραπέζι που αγοράσαν μαζί. Το τραπέζι που εν της άρεσκε κ τόσο, αλλά του άρεσε πολύ. Ήταν οκ το τραπέζι. 

Ο χωρισμός ενναιν κάτι που γίνεται μπαμ και κάτω, εν μεταβατική κατάσταση. 

Εσυζητούσαν. 

Στο τραπέζι τους. 

Η συζήτηση επήγαινε σταδιακά και χειρότερα. 

Εμιλούσαν πάλε τα γιατί και τα πως. 

Ίσως ετέλειωσε η υπομονή του. Ίσως απλά έπρεπε να την κάμει ένα τέρας μέσα του για να δικαιολογήσει τες πράξεις του. Ίσως απλά ήταν πάντα τούτος ο άνθρωπος κι αυτή δεν το κατάλαβε μέχρι τώρα. 

Αλλά έπιασε ούλλες τες μικρές κουτσακοσιές, ούλλες τες μικρές ραφές που τους έφερναν κοντά. Ούλλα της τα μυστικά, ούλλα τα μικρά κομματάκια της ψυχής που μοιράζεσαι με τον άνθρωπο σου, στην πορεία της απολυτης αγάπης. 

Το ψείγμα που του είπε μια νύχτα που εκοιμούνταν μαζί, τες νύχτες που την εβάσταν αγκαλιά για να κοιμηθεί.

Το ψείγμα που του είπε την νύχτα που είδαν τες περσείδες πας το καράβι, μες το Αιγαίο κρατώντας ο ένας τον άλλο τρυφερά. 

Το ψείγμα που του είπε που χορευκαν μόνοι τους διπλα που την θάλασσα με ένα μικρό μεγαφωνάκι.

Το ψείγμα που του ειπε μια μέρα που οδηγούσαν με ανοιχτά παράθυρα και εκράταν της το χέρι της ακόμα και όταν άλλασσε ταχύτητα. 

Τα ψείγματα που του εδιούσε κάθε φορά που διεκδίκησε να εν στην ζωή της, που έκαμε ότι εμπορούσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της. Κάθε φορά που της ελάλε οτι εννα ήταν δίπλα της, οτι ήταν τζιαμέ για να στηρίζεται πάνω του. Κάθε προσπαθεια να της αποδείξει οτι αξίζε την εμπιστοσύνη της. 

Έπιασε τα τούτα ούλλα τα μικρά κομμάθκια της ψυχής της, που τα ήξερε μόνο τζιείνος, έκαμε τα βέλη, κ εκάρφωσε της τα ξανά και ξανά. Όσα του εμπιστεύτηκε, όσα του είπε γιατί επιδίωξε να του ανοίξει την ψυχή της, ούλλα τα μικρά μυστικά που την εκάμναν 100% τον εαυτό της, τα καλά, και κυρίως τα κακά, και τα σκοτείνα και τα απαράδεκτα, έπιασε τα κ εκάρφωσε της τα πίσω, πάνω της. Ξανά, ξανά, ξανά.

Μετά από ώρα σηκώθηκε κ εβούρησε στην τουαλέτα, μόλις που έφτασε, άρκεψε κ έκαμνε εμετούς.

Έκαμνε εμετούς όλο το απογευμα και μετά κοιμήθηκε ένα ύπνο βαθύ δωδεκάωρο. 

Εν κι έγινε και κάτι τραγικό, 

αλλά εκείνη την μέρα δεν ετέλειωσε μια σχέση, 

εδιαλύθηκε μια πραγματικότητα. 

17 Μαρτίου 2026

Μια ιστορία #19

Ερώτησεν την πολλές φορές τι ψάχνει. 

Τι ψάχνει καθώς της άννοιει τες πόρτες, και της κρατά τες ομπρέλλες, τι ψάχνει καθώς βρισκουν μιαν ώρα να βρεθούν κλεφτά μες την βδομάδα, τι ψάχνει σαν την παίρνει στο αυτοκίνητο της και φιλά την για αντίο, τι ψάχνει σαν της τρώει το παγωτό που το στόμα και σαν την κολλά πας τον τοίχο και λαλεί της θέλει την. 
Τι ψάχνει; 
Τι ψάχνει που έναν άντρα σαν την πιάννει τηλέφωνα που τα αεροπλάνα και στέλλει της αν έφτασε. 
Τι ψάχνει σαν της στέλλει πελλάρες βίτεο, σαν του εξηγά τα κολλήματα της και ζητά του να κάνει υπομονή, τι ψάχνει σαν ζητά την άδεια της να την φιλήσει και να την λιώσει στα χέρια του. 
Τι ψάχνει; 
Τι ψάχνει σαν βάλλουν ο ένας τον άλλο μες το πρόγραμμα τους. 
Τι ψάχνει σαν της λαλεί οτι θα κάνουν οτι θέλει αυτή καθώς μπλέκει τα δάκτυλα του στα δικά της και τραβά την πάνω του. 

"Εσύ τι ψάχνεις;" λαλεί του μιαν μέρα έξω που το αυτοκίνητο
"Μαζί σου τα πάντα, εχτός που συναισθήματα" απαντά 

και ξαφνικά εγινε ενας μιτσής μικροσκοπικός

εφίλησε τον

είπε του οτι εν ειναι αυτο που ψαχνει

και είπε του αντίο



11 Αυγούστου 2025

Μια ιστορία #18

"είδα σε όνειρο" στέλλει της μετά που 2 χρόνια που δεν εμιλήσαν. 

Θωρεί το μήνυμα. Εν το ανοίγει. Εν θέλει να του δώσει την πληροφορία ότι εκείνη την στιγμή, η απόσταση που τους χωρίζει διαλύεται, και ενώνονται στις οθόνες των κινητών τους. Εν θέλει να ξέρει οτι εν τζιαμέ εκείνη την στιγμή. Σκέφτεται τον να βαστά το τηλέφωνο και να καρτερά απάντηση, να βάλλει τα μαλλιά του πίσω που το αυτί του με την χαρακτηριστική του κίνηση. 

Κλείει τα μάθκια της, σαν μια δύναμη να την τραβα που το αρφάλι προς τα πίσω, μεταφέρεται σε άλλη χώρα, μές τον νου της παιζει το green grass της Cibelle που της έστειλε ένα απογευμα, ξαπλώνουν χαμέ στο πάρκο. Το κεφάλι της στην κοιλιά του, μιλούν και γελούν, παίζει με μια τούφα των μαλλιών της. Κρατά μιαν κάμερα, φκάλλει την φωτογραφίες. Κάμνει πως του θυμώνει. Περπατούν σε μια μάρκετ, πιάνει βροχή, βουρουν να καλυφτούν σε ένα σταθμό. Χαχανίζουν. Πιάννει της το χέρι της κ μελετά τα δάκτυλα της, αφήννει τον, για λίγο.

Αννοίει τα μάθκια της, επιστρέφει στο τώρα. Στην οθόνη που καρτερά, στο χέρι του που βάλει τα μαλλιά πίσω που τ’ αυτί, με τζείνην την κίνηση. Στο μήνυμα που δεν ανοιξε. 

Εν του απαντά. 

Απόσταση 
Απόσταση 
Απόσταση 

Τζιαι τζιείνα ούλλα που ήταν να γίνουν εν εγίναν ποττέ, κι ούτε εννα γίνουν. Κι αν κάποιος θέλει κάτι να γίνει, πρέπει να σηκωθεί να το κάμει. Όχι να τσιγκλά, τζιαι να νομιζει, και να εύχεται. Τζιαν κάτι εν επροχώρησε υπήρχε λόγος.  

Ήντα κρίμα, που την ώρα που είχαν την προσοχή της και την απόλυτη της αγάπη εν καταλαβαίναν τι τους εδίαν. Τι κρίμα που μόνο μέσω της απουσίας της εκτιμούσαν αυτά που ενομίζαν δεδομένα. Ήντα κρίμα που το μόνο που θα έχουν πλέον απο εκείνη εν την χωρίς κόπο κι αναβλύζουσα αδιαφορία της. 

ήντα καλά που τζιείνα τα mocking birds ξέρει να τα πιάννει μόνη της. 

17 Απριλίου 2025

Μια ιστορία #17

'Ηταν αδιανόητο που του είπε οτι θέλει να χωρίσουν. Εν το εχώρεν ο νους του. Επειδή ότι πελλάρα και να έκαμνε, όποια και να του εκόλλαν, τζιείνη ήταν η βάση του. Ήταν μαζί τόσα χρόνια. Και εμιλούσαν για το μελλον πάντα. Τι εννα φκάλουν τα κοπελλούθκια τους. Που εννα ζήσουν. Αρκέψαν τες καριέρες τους. Εστραφήκαν στην χώρα τους. Κανεί με τα σχέδια, ήρτεν επιτέλους η ώρα να τα ζήσουν. Και ότι και να εκάμαν ο ένας του άλλου ήρτεν η ώρα να τα αφήκουν πίσω, να τα σβήσουν, να επικεντρωθούν στον αρραβώνα τους και την υπόσχεση που εδώκαν που ήταν 20 χρονών. 

Τζιαι είπε του να χωρίσουν. Ο αρφός του είπε του "τούτα ούλλα που της έκαμες κάποια φάση θα τα πλέρωνες". Εκαρτέραν να της περάσουν τα νεύρα και να στραφεί. Κάπως έτσι ήταν η κατάσταση μεταξύ τους, αν και δεν του ξαναείπε εκείνη ποτέ να χωρίσουν. Να τσακωθούν και να απομακρυνθεί λλίες μέρες ναι. Αλλά όλοι οι προηγούμενοι χωρισμοί ήταν δικοί του. Πρώτη φορά του έλεγε αυτή. 

Επεράσαν οι μέρες. Δεν του εμίλαν. Εγύρεψε την. Είπε του ετελειώσαν. Επήε που το σπίτι της. Εν του εμίλησε. Επιαννε την τηλέφωνο συνεχόμενα ώσπου και είπε του μεν με ξαναπιάεις σοβαρομιλώ. Επεράσαν βδομάδες και δεν υποχωρούσε. Άρκεψε να του μπαίνει η ιδέα μπας και εσοβαρομίλαν. Έπιασε ούλλες τες φίλες της να μάθει τι έγινε. Επήε ήβρε τους γονιους της. Σηκώσαν όλοι τα χέρια ψηλά. Εμπήκε του η ιδέα ότι είχεν άλλο. Άρκεψε να την παρακολουθά. Να στέκεται ποτζιεί ποδά να την θωρεί που πάει και που έρκεται. Εν είχε άλλον. 

"Πρέπει να κάμω κάτι σπουδαίο να την κερδίσω πίσω" εσκέφτηκε. Επήενναι και έβαλλεν της λουλούδια πας το αυτοκίνητο κάθε νύχτα να τα εύρει το πρωί. Έβρισκε τα χαμέ την άλλη νύχτα. Επήε εγόρασε δακτυλίδι, ήθελε να την παντρεφτεί. Εκείνη την νύχτα έφκαλε την έξω που το σπίτι της να την καρτερά να στραφεί να της μιλήσει και να της δώσει το δακτυλίδι. Μόλις τον είδε οδηγησε και έφυε. Έστειλε του μήνυμα ότι εφοήθηκε και έφυε. Επιασεν τον ο δαίμονας. 

"Εφοήθηκε με εμένα; ΕΜΕΝΑ; τι της έκαμα"

Εγραψε της τζιαμέ ενα γράμμα. Είπε της τα ούλλα, ποσο μαλακισμένη είναι, πόσο ψεύτισσα που του είπε ότι εννα παν μαζί στην εκκλησία να παντρευτούν, και τωρά απλά εν εγωίστρια. Είπε της για τες φωτογραφίες της που έχει, με τα εσώρουχα τζιαι τιτσίρα. Και ότι θα μπορούσε να την κάμει τουτούκκι αν ήθελε. Είπεν της για το δακτυλίδι, οτι είχε το και ότι ήθελε να της το δώσει. Εβαλε το κάτω που την πόρτα της και έφυε. 

Την άλλη μέρα επιασε τον ο αρφός του κι εφώναζε του. Επιασε τον τηλέφωνο τζιεινη και είπε του οτι εννα πάει στην αστυνομία. Ειπε του τι της έκαμνε. "Τι της κάμνω ρε; Αγαπώ την θέλω την τζιαι τζιείνη επιμένει. Προσπαθώ να της δείξω οτι την αγαπώ και οτι κάμνει λάθος". Είπε του ο αρφός του να μεν ξαναπάει που το σπίτι της, να μεν την ξαναπιάει τηλέφωνο. 

Επεράσαν τα χρόνια. Είδεν την μετά που 3 χρόνια τυχαία. Ήθελε να πάει να της μιλήσει αλλά εβάσταν την ένας που το σιέρι και εγύρισε και έφυε. Έστειλε της μήνυμα. Οτι είδεν την με τον καινούριο, πως γινεται να επροχώρησε την ζωή της. Εν του απάντησε. 

Επερασαν κι άλλα χρόνια. Επαντρεύτηκε με μια πολλά καλή κοπέλα. Έκαμε μωρά. Επεράσαν σχεδόν 20 χρόνια. Μια που τες φορές που την κατασκόπευκε στο ινσταγκραμ κάτι τον κατέκλυσε και έκανε της φόλλοου. 




Και κάπου 30 λεπτά μακρυά, είδεν το τζιείνη. Εχαμογέλασε. 

"Μετά που τόσα χρόνια ακόμα ειμαι μες τον νου σου ρε; Ζιω μες τον νου σου δωρεάν" εσκέφτηκε με ικανοποίηση.

13 Μαρτίου 2025

Μια ιστορία #16

"Έχω ταξίδι" στέλνει της, "έλα."

Θωρεί το μήνυμα. 

Χρόνια και δεκατίες. Ήταν νέοι, εγίναν μεσήλικες. Ήταν φοιτητές, εγίναν επαγγελματίες. Εκάμαν οικογένειες, εκάμαν σπίθκια. Επήραν αποφάσεις. Εστήσαν ζωές. 

Τζιαι ακόμα αμα της μιλά, εν 20 χρονών. Άμαν της μιλά εν ξανά φοιτήτρια ερωτευμενη με κάποιον που δεν πρέπει να εν ερωτευμένη. Επειδή έτσι αποφάσισε. Ότι δεν πρέπει. Αποφάσισε, όσο καταναλωτικά κι αν ερωτευτήκαν, αποφάσισε ότι δεν θα το ζούσε. 

Είπε του όι στα 25. Και, όταν εστράφηκε στα 30 έπρεπε να του πει όι πάλε. Εστράφηκε στα 40 παρά, και εν σαννα και εν η τελευταία ευκαιρεία. 

Κλείει τα μάθκια της, και σκεφτεται την πρώτη φορά που τον είδε. Ψηλό, και με το μακρύ του το μαλλί, και το πέτσενο του το σακκακι. Που ήταν απευθείας χημικη αντίδραση. Που ετραβούσαν ο ένας τον άλλο σαν μαγνήτες. Που εν τον έκοφτε τίποτε, τιποτε. Ούτε πόθεν ήταν, ούτε ποια ήταν. Ακόμα εν ξέρει πως αντιστάθηκε. Ίσως ήταν μονο δικό της θέμα. Δική της η δειλία. Δική της επιλογή να μεν το ζήσει, επειδή δεν ήθελε να αντιμετωπίσει καμία κατακραυγή για αυτή της την επιλογή. 

Στέλλει της φωτογραφία του. Εν ο ίδιος. Απλά 40. Εν ο ιδιος και κάθε επικοινωνία, κάθε φωτογραφία, κάθε τι, εν αναμνήσεις, και χημεία, και πτήσεις στα ουράνια, κ πόθος. Και αδυναμία να τιμήσει το μεταξύ τους, αδυναμία να ξεπεράσει τα κολλήματα της, και την κοινωνία, και αναμενόμενη κατακραυγή. Χρόνια και χρόνια απωθημένου στο ονομα του, 5 γράμματα, μια ολόκληρη θάλασσα. 

Κλείει τα μάθκια της, θωρεί ούλλα τα σενάρια που έκανε το μυαλό της, ούλλες τις φορές που την αγκάλιασε, ούλλες τες ιστορίες μες τον νου της. Τζιαι αποφασίζει ότι κανεί, φτάνει. Εν θα γίνει τίποτε. Εν μπορεί να γίνει τίποτε. Όσο έντονο κι αν ήταν, η αδυναμία της εκαθόρισε το μέλλον. Κ χρωστά του να τον ελευθερώσει. 

Γιαυτό εν του απαντά. Και εν θα του απαντήσει. Ποτέ ξανά. 

14 Φεβρουαρίου 2025

Μια ιστορία #15

Οι μερες ελείφκαν. Έρκετουν η μέρα που θα έφευκε, Η απόφαση της υπήρχε που πριν να τον γνωρίσει. Ήταν το σχέδιο της να φύει που την χώρα. Να εύρει τρόπο να μετακομίσει. Εδούλεφκε τόσο καιρό για τούτον τον σκοπό.

Όταν τον είδε πρώτη φορά πριν κατι μήνες, ήταν σκοτεινά κ πολύχρωμα φώτα στριφογύριζαν. Έπιννε το ποτο του καθώς η ίδια εστέκετουν μόνη της σε μια γωνιά. Εν ήξερε κανενα στο πάρτυ και η ξαδέρφη που την έφερε μαζί της κάπου εξαφανίστηκε. Εχαμογέλασε της. Τζιείνη εγύρισε που την άλλη άβολα. Ήταν πολλά ωραίος. Ώσπου να ξαναγυρίσει πάνω του εχάθηκε. Έψαξε λλίο δεξιά αριστερά αλλά εν τον έβρισκε. Στο τέλος της νύχτας, σαν έβαλε το σακκάκι της να φύει, είδε τον πάλε. Εχαμογέλασε του σύντομα και βουρητή έφκηκε έξω που την ντροπή της. Ήρτε πίσω της. Εσυστήθηκε της. Ανταλλάξαν τηλέφωνα. Μετά που τζιείνο, η ίδια έππεσε με τα μούτρα. Φουλ μούτρα. Εν εκράτησε ούτε μια πισινή. Μετα έδωκε μέσα και ο τύπος. Και ήταν όλο δράμα, όλο αγάπες, και φιλιά και δράματα και κλάματα και τσακωμούς και μέρες να περνούν να μιλούν ασταμάτητα και μετά καθόλου και μετά ξανά. Και να περνουν οι μήνες. Και να πιάννει το ημεηλ οτι επιάσαν την στο εξωτερικο. Και να του το λαλεί. Και τι εννα κάμουν και τι εννα κάμουν. Και πώς γίνεται να χωρίσουν; Και εν μπορώ να σου πω να μεν παεις, δεν μπορείς να μου πεις να μεν παω, όπως ούτε μπορώ να σου πω έλα, ούτε μπορείς να μου πεις έλα οχι. Και οι μέρες περνούσαν, και η μέρα έφταννε, και οι προετοιμασίες πολλές, όπως και το μαράζι. 

Την τελευταία νύχτα έφεραν τα δακτυλίθκια που είπαν να ανταλλάξουν. Και εφέραν και τα κομμάτια με τα υφάσματα. Εκόψαν τα δάκτυλα τους με το μαχαίρι, εστάξαν τα γιαίματα τους πας τα υφάσματα, εφορήσαν τα δακτυλίθκια, και μετά εγλύψαν ο ένας το γιαίμα του άλλου. 

Μετά που έφυε, είχαν ο ένας το γιαίμα του άλλου πάντα πάνω του. 

Θα έλεγε κάποιος, ότι τούτοι εν θα χωρίζαν ποττέ. 

08 Μαΐου 2024

Μια ιστορία #14

Είδα την που το πεζοδρόμιο. Μπήκε στο  μαγαζί. Παρακαλούσα να κάτσει στο τραπέζι μου. Κι έγινε. Χαζογελούσε με την φίλη της. Χάζευα. Το στόμα της, τον λαιμό. Πόσο να ήταν, 35; Κάπου εκεί. Με είδε τότε στα μάτια και χαμογέλασα. Δεν σταμάτησα να την κοιτάω μέχρι που κοίταξε αυτή πρώτη αλλού. Γύρισα πλάτη χαμογελώντας ακομα. 

Πλησίασα το τραπέζι, ξεδίπλωσε τα πόδια της κ με είδε. Η καρέκλα της χαμηλή. Στάθηκα κοντά της για την παραγγελία. Γελασε με την φίλη της και ένιωσα άβολα. Μήπως γελούσαν για μένα. Το κατάλαβε. Μου επιασε το μπράτσο "δεν ειναι για σένα που γελούμε" είπε γελαστή και της γέλασα πίσω. 

Την έβλεπα που μιλούσε με την φίλη της, μετά την είδα που άρχισε να μιλά πιο έντονα, πιο βαθιά. Το πρόσωπο της πιο εκφραστικό. Πήγα και στάθηκα στο πόστο μου να ακούσω. 

Άκουσα την φίλη της να λέει: 
"Ντάξει ρε είχατε και καλές στιγμές όμως"

Και την άκουσα να παίρνει μια βαθιά ανάσα. 
"Δεν το ξέρω όμως. Όταν κάποιος ειναι ικανός να σου πει ψέματα για τόσο καιρό, όταν σε προδίδει, όταν ειναι ικανός να σε κοροιδεύει και να τον νοιάζει τόσο λίγο για το τι περνάς εσύ, δεν ξέρεις καν ποιος είναι. Τα χρόνια μαζί του εν στον αέρα. Κάθε στιγμή ακυρώνεται επειδή αυτός που νόμιζες ότι ήταν ο σύντροφος σου, ανίκανος για όλα αυτά, τελικά εν ένας άλλος. Είχαμε καλές στιγμές; Ποιός ξέρει; Εγώ θεωρούσα ότι είχα καλές στιγμές, με κάποιον της φαντασίας μου. Όχι αυτόν τον άνθρωπο που αποκαλύφθηκε μετά. Ακύρωσε το παρόν, ακύρωσε το μέλλον, αλλά κ κάθε ανάμνηση. Εν λες και ζούσα ένα ψέμα τα χρόνια που ήμασταν μαζι. Ήταν ένα ψέμα. Σε μεγάλο ή μικρό βαθμό. Αλλά δεν θα ξέρουμε τον βαθμό σε κάθε περίπτωση. 10% ψέμα; 20%; 90% ψέματα; Δεν  θα μάθω ποτέ ποιός ήταν.  Δεν θα μάθουμε ποτέ την πραγματικότητα. Είχαμε ωραίες στιγμές; Ποιός ξέρει; Είχαμε αληθινές στιγμές; Όχι" 

Η φίλη της έσκυψε το κεφάλι. 

"Δεν το καταλαβαίνεις το ξέρω. Ούτε το γω το καταλάβαινα πριν το ζήσω. Είδα ένα βίτεο που εξηγά πώς ειναι. Είσαι λεει σε ένα αεροπλάνο, έτοιμη να πηδήξεις κ είσαι συνδεδεμένη με τον άνθρωπο που εμπιστεύεσαι και αγαπάς περισσότερο στην ζωή σου. Ξαφνικά, αφαιρεί την σύνδεση σας, κ σε σπρώχνει από το αεροπλάνο χωρίς αλεξίπτωτο. Την ώρα που πέφτεις, το νανοδευτερόλεπτο, τον βλέπεις να σου χαμογελά κ δεν το πιστεύεις, κατάλαβε τι έκανε; Πέφτεις, ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξιπτωτο. χτυπάς στο έδαφος αλλά δεν πεθαίνεις, σπάζουν όλα σου τα κόκκαλα, τρέχουν αίματα, αναπνέεις με πόνο. Κ καθώς είσαι στο έδαφος βλέπεις δίπλα να προσγειώνεται ο άνθρωπος σου ήρεμα, χαμογελαστά με ένα άλλο άτομο αγκαλιά. Σε βλέπουν, αγκαλιάζονται και φεύγουν. Κ εσύ είσαι εκεί, ανήμπορη να σηκωθείς από το χτύπημα καθώς ο άνθρωπος που αγαπάς απομακρύνεται ευτυχισμένος, ασχέτως του κακού που σου έκανε."

Δεν είχα άλλη δικαιολογία να μείνω αλλο κοντα τους να ακούσω. Μέχρι να επιστρέψω με τα ποτά τους το ύφος της άλλαξε. Ηταν λες και η θλίψη της πραγματικότητας που μοιράστηκε πριν απο λίγο ήταν περαστική, δουλεμένη, χωνεμένη. Το χαμόγελο της άστραψε για μένα και της γέλασα πίσω. Οι ανθρώποι που χτυπήθηκαν κ έζησαν, έχουν μιαν άλλη γοητεία, την γοητείας της δύναμης. 




09 Απριλίου 2024

Μια ιστορία #13

That red dress 


στέλλει της μετά που έναν χρόνο πάλε. Χαμογελά στο τηλέφωνο. 

Ανταλλάσσουν τα νέα τους. 

Send me a picture of your face. A picture you will take just for me.

Αυτή αρνιέται. Τι νόημα έχει να διατηρούν τούτην την ιστορία για τόσα χρόνια. Του το λεει. 

I have been thinking about you for so long

Lets take a trip together, please. 


Δεν του απαντα για πολλη ώρα. Και χτυπά στο κέντρο με την απάντηση της

why, why are you married? 


Την πυροβολά απευθείας πίσω 

why did you stop me from kissing you that night?


you know why


Δεν το δέχεται ακόμα, 15 χρόνια μετά. Δεν ειναι αρκετός ο λόγος της γι αυτόν. 

I shouldn't stopped, I m always thinking about it. 

Come, be with me.


Και σκέφτεται, κάθε μέρα, αν θα παραμείνει η φαντασίωση κάποιου, ή αν θα γίνει η πραγματικότητα του. 


 

28 Μαρτίου 2024

Μια ιστορία #12

"you and I are gonna live forever" 

τραγουδούσε του την νύχτα πριν να φύγει απο την χώρα χωρίς κανένα σχέδιο. Κατέβασεν την απο την μοτόρα. Ήταν ψόφος. 31/12. Αγκάλιασε τον. Πότε θα τον ξαναθωρούσε; τουτον τον παιδικό της φίλο που της ξεχώριζε φύλλο φύλλο το μυαλό της. Που αναλύσαν κομμάτι κομμάτι θεωρίες, ισορροπίες, φιλοσοφίες, φυσικές και χημείες. Κανένα θέμα δεν ήταν ταμπου. Γιατί; Γιατί; Γιατί; Γιατί; Ήταν νέοι, ειχαν όλη την όρεξη, την ωρα και την διάθεση του κόσμου. Στα 25 τους ούλλα ηταν εύκολα.

Έφυε, χάθηκε, έστελλε μια στο τόσο update. Οι ζωές τους προχωρούσαν. Αυτός τον γύρο του κόσμου. Αυτή τες ρίζες βαθιά στην Κύπρο. 

Και περνούσαν τα χρόνια. Οι συζητήσεις εγίναν πιο δύσκολες, τα θέματα πιο σοβαρά. Πιο ψυχοδιαλυτικά. Πιο ζωής και θανατου. Πιο τραυματικά. Μεσαίας ηλικίας. 

"Θυμάσαι"είπε του "τότε που το πιο μεγάλο μας πρόβλημα ήταν να καταλάβουμε τον τάδε κ τάδε που έφκαλε μια θεωρεία;"
"Που δεν εβαστούσαμεν μία;
Που ερκεσουν σπιτι μου κ καθουμασταν χαμε επειδή εν ειχα επιπλα;
Που τσακωνουμασταν ποιος ηταν το μυαλύτερο σπάσμα; 
Που θέλαμε κ οι δύο το άγημα αλλα εν είχαμε την πειθαρχία να θκιαβάσουμε;
Που έφυες; 
Που έμεινα; 
Που μου μιλούσες τες νύχτες που έκλαια;
Που πλέον βαστούμεν να γυρίζουμεν εγώ με το κόκτεηλ φόρεμα και συ με το πουκάμισο στους αμπελώνες να πίνουμε κρασιά τα ηλιοβασιλέματα;
.
.
Που άρκεψα να περπατω προς τα δεξια;
Και συ συνέχισες προς τα αριστερά; 
Τζιαι βρεθήκαμε πλάτη πλάτη να προχωράμε αντίθετα; 
Που το καταλάβα;
Που το κατάλαβες πολλά αργά; 
Που έπρεπε να σταματήσω να γυρίζω το κεφάλι πίσω να δω ποσο μακρυά είσαι;"

Θυμάται που κατάλαβε οτι αναγκαστικά στην ζωή πρέπει να αφήνουμε άτομα πίσω μας. Όσο και να τα αγαπούμε. 

Που ήταν μιτσιά όταν έφευκε μια φίλη της που την καρέκλα ελάλε της "κράτησε μου την". Έβαλλε το χερι της πάνω κ οποιος έρκετουν κοντά ελάλεν του "ΚΡΑΤΗΜΕΝΗ"
Συναισθηματικές καρέκλες είχε τες κρατημένες σε όλη της την ζωή. Τώρα και να παει, δεν κρατά καρέκλα για κανένα. Όποιος θέλει, κάθεται. 




15 Ιουνίου 2022

Μια ιστορία #11

Είδεν τον μες τα μάθκια. Τι της είπε; Τι της έλεγε; Δεν ξέρει. 

Το μυαλό της σταματημένο στην απόφαση που πήρε πριν χρόνια. Δεν ήταν σύντροφοι εδώ και καιρό. Ούτε ουσιαστικό ζευγάρι. Η πρώτη ρίξη ήταν μετά το δεύτερο της παιδί. Τότε που έβαλε το μεγαλο τικ στην ολοκλήρωση του μακροχρόνιου στόχου της. 2 παιδιά, τα παιδιά τους. Τέλειωσε το θέμα. Δεν υπήρχε άλλος λόγος να αγχώνεται πλέον. Τα κατάφερε. Τώρα ήταν ελέυθερη από την ανάγκη να βρει κάποιον άντρα. Τον βρήκε, έκανε τα παιδιά του. Τώρα; Τώρα τι ανάγκη τον είχε; Ουσιαστική; Καμία. Δεν χρειάζεται να κοιμάται μαζί του ή να τον νοιάζεται. Μπορεί να σιωπήσει λίγα χρόνια να μεγαλώσουν τα παιδιά. Κ μετά; Μετά βλέπουμε. 

Μετά όσο μεγαλώναν τα παιδιά μεγάλωνε και η αυτοπεποίθηση της, μίκραινε το ενδιαφέρον του συζύγου. Η "ανάγκη" που τον είχε. Τα πράγματα που μοιράζονταν. Τα ενδιαφέροντα. Οι συζητήσεις. Τα αγγίγματα. Οι ώρες. 

Ωσπου και το μικρότερο παιδί έγινε 18 και πήγε να σπουδάσει. 

"Τι λες Άννα; Να πάω;"

"Στέλιο θέλω διαζύγιο"

Το έδαφος ταράχτηκε. Σκίστηκε στα δυο. 

Και η καινουρια ζωή της Άννας μόλις ξεκινούσε. Επειδή οι σχέσεις αν δεν ειναι ουσιαστικές δεν έχουν λόγο να υπάρχουν. 

27 Οκτωβρίου 2021

Μια ιστορία #10

Όταν επεράσαν οι πρώτοι μήνες, που την άρπαζε στην μέση του δρόμου να την φιλήσει, που την ξυπνούσε για σεξ, για επιβεβαίωση μες την μέση της νύχτας, ότι εννα τον δεχτεί πάλε μέσα της, έχει πρόσβαση στο σώμα της, μετά που έγινε δεδομενη η πρόσβαση, η παρουσία, η πρόσκληση ήταν ανοιχτή και χωρίς όρους, μετά από όλα αυτά, επήλθε η έρημος του έρωτα. 

Άρχιζε να μεν της μιλά. Άρχισε να περνά την πολλή του ώρα στο τηλέφωνο. Άρχισε να βαριέται. Άρχισε να κλείνεται στο μυαλό του ξανά. 

Άρχισε να μεν διά σημασία. 

Άρχισε να μεν την βλέπει. Έγινε μέλος του υπόβαθρου. Του σκηνικού. Έπιπλο; Ή μάλλον εξοπλισμός; Κάτι διαδραστικό; Κάτι που χρησιμοποιείς για λίγο και μετά το βάζεις στην θέση του. Κάτι που εκτελεί καθήκοντα στο σπίτι που δεν θέλεις να κάνεις εσύ; Που θα γεννοβολήσει και θα τα φροντίζει. 

Την πρώτη φορά που τον απάτησε δεν το κατάλαβε καν. 

Την δεύτερη φορά το κατάλαβε. Την "συγχώρεσε" επειδή οκ, είναι καλά να έχουμε ένα άτομο να κάνει όλη την δουλειά που δεν θέλουμε, κ επίσης ήθελε να μην χάσει τα παιδιά του. 

Την τρίτη φορά έγινε ο καυγάς. 
"Γιατί, γιατί συνεχίζεις" την ρώτησε 
"Επειδή θέλω κάποιος να με βλέπει, θέλω κάποιος να αναγνωρίσει τούτα ούλλα που είμαι κ να με θωρεί με θαυμασμό. Εν υπάρχω για σένα"

11 Αυγούστου 2021

Μια ιστορία #9

Η Ιφιγένεια ήταν πάντα με την ατάκα στο στόμα, έτοιμη για γέλια και για χάχανα. Ο Κώστας ήταν 10 χρόνια πιο μεγάλος της. Γεμάτος μύες, ξυρισμένο κεφάλι, αντρίλα. Την φλέρταρε την κέρδισε και την είχε στα 22 της. 

Στα 23 της έπιασε δουλειά σε ένα γραφείο. Γνώρισε την Νάνσυ, έγιναν αμέσως φίλες, τα χαχανητά τους αντηχούσαν στο γραφείο με τα απανωτά τους αστεία. Όταν άργησαν μια μέρα να τελειώσουν ένα πρότζεκτ το τηλέφωνο της Ιφιγένειας έπαιζε μανιωδώς. Απάντησε και έδωσε όλες τις δικαιολογίες στον Κώστα, τον παρηγόρησε επειδή θα αργούσε να σχολάσει και συνέχισε την δουλειά της με την Νάνσυ. Γύρω στις 7 χτύπησε η πόρτα του γραφείου, και άνοιξαν παραξενεμένες. Ήταν ο Κώστας, μπήκε μέσα, έφερε φαί, έκανε μια βόλτα σε όλο το γραφείο και κάθισε να περιμένει να τελειώσουν. 

Έτσι κ άλλες φορές, σταματουσε απροειδοποίητα από το γραφείο, να φέρει κάτι, να πει ένα γειά. Τι γλυκός και στοργικός. 

Μια μέρα η Ιφιγένεια είχε ένα μώλωπα πάνω στον λαιμό της, μόλις έπεσε το μάτι της Νάνσυς πάνω είπε ότι χθες τα πράγματα βγήκαν εχτός ελέγχου στο σεξ απο το πάθος. χαχα γελάσαν. Οι μώλωπες εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν σε άσχετες φάσεις, η Ιφιγένεια έκανε πλάκα, τους αρέσει το άγριο σεξ, τι εραστής φοβερός. 

Σε ένα σοβαρό μίτινγκ ενός πελάτη οι δυο τους κάθονταν δίπλα δίπλα, ήρθε μήνυμα στο τηλέφωνο της Ιφιγένειας, Το άνοιξε επειδή ήταν από τον Κώστα, dick pic που καταλάθος είδε και η Νάνσυ. Η Ιφιγένεια άρχισε να του απαντά και η Νάνσυ την σκούντηξε να σταματήσει. Όταν της έκανε παρατήρηση μετά η Ιφιγένεια δικαιολογήθηκε ότι θα αγκρίζετουν αν δεν του απαντούσε. 

-Γιατί δεν του είπες οτι θα είχες αυτό το σοβαρό μίτινγκ;

-Του το είπα, απάντησε. 

 Μια μέρα η Ιφιγένεια έπιασε τηλέφωνο την Νάνσυ, έκλαιγε και ψυθίριζε. 

"δεν καταλάβω, τι μου λαλείς, μίλα Ιφιγένεια"

"έδερε με" ψέλλισε "πολλά τουτη τη φορά"

επάγωσε το αίμα της. 

"που είσαι, πε μου που είσαι και θα έρτω"

"οι οι οι, μεν έρτεις, κλειδώθηκα στο μπάνιο, ηρέμησεν τωρά"

"μεν κλεισεις"

"τι εννα κάμω φοούμαι"

"μίλα μου, ασε το τηλέφωνο ανοιχτό, που εισαι πε μου"

"σπίτι"

"έρκουμαι"

"οι οι οι , εννα νευριασει που σου το είπα"

"κορη έρκουμαι σιώπα"

οδηγουσε μες τον πανικό καθώς της μιλούσε. Η Ιφιγένεια ήταν στην γραμμή σιωπηλή. 

"είμαι πόξω, τι να κανουμε;"

"νομίζω εννα φύει, περίμενε να ακούσω"

Σε λίγη ώρα είδε τον να φκαίνει που την πόρτα. Περίμενε να απομάκρυνθεί το αυτοκίνητο του και κατέβηκε. Η Ιφιγένεια άνοιξε της. Βιαστικά βάλαν 2-3 ρούχα μες την τσάντα της και την πήρε σπίτι της. 

Το τηλέφωνο της Ιφιγένειας έσπασε που τες αναπάντητες του Κώστα. Για 3 μέρες έμενε στην Νάνσυ. Ο Κώστας δεν ήξερε που έμενε, ούτε το τηλέφωνο της αφού ήταν νέες φίλες, έτσι έχασε τα ίχνη της Ιφιγένειας. 

Την 4η μέρα, απάντησε το τηλέφωνο. Του είπε ότι έχει φωτογραφίες από τους μώλωπες της και ότι μίλησε με δικηγόρο. Ότι καλύτερα να πιάσει ότι πράγματα έχει στο σπίτι της κ να αφήσει το κλειδί της και να μεν επικοινωνήσει ξανά μαζί της. Για κάποιο λόγο δεν αντέδρασε, έκλεισε της το τηλέφωνο. 

Η Ιφιγένεια άλλαξε τις κλειδαριές της προληπτικά. Έκανε πολλύ καιρό να ελέγχει πριν κατεβεί που το αυτοκίνητο για να μπει στο σπίτι της. 


ΥΓ. Εγώ είμαι η Νάνσυ 


17 Σεπτεμβρίου 2020

Μια ιστορία #8

Την πρώτη φορά που την χώρισε ήταν 3 μήνες μετά που αποφασίσαν να είναι μαζί. Είπε του ότι η φιλική σχέση με την πρώην του εν ήταν φιλική. Είπε της εν πολλά σημαντική του φίλη. Είπε του εκείνη δεν σε βλέπει φιλικά. Η πρώην έκανε απόπειρα και αυτός ήθελε να σταθεί στο πλάι της. Μετά από ένα μήνα αποφάσισε ότι τελικά είχε δίκαιο και ότι έπρεπε να ποκόψει που την πρώην. Τον δέκτηκε πίσω. 

Την δεύτερη φορά που την χώρισε ήταν τα πρώτα τους Χριστούγεννα μαζί. Ανακάλυψε τυχαία αυτή ότι πήγαινε κρυφά μαθήματα χορού με μιαν συναδέλφισσα του. Για μήνες. Δύο φορές την βδομάδα. Είπε της ότι εν αχάριστη και ότι ήταν για να της κάνει έκπληξη. Και έτσι εξαφανίστηκε για δύο βδομάδες. Μετά αυτός αποφάσισε ότι οκ ήταν λίγο κρίμα επειδή του μουρμουρούσε να κάνουν μαθήματα χορού μαζί και αυτός πήγε με την συνάδελφο. 

Την πολλοστή φορά που την  χώρισε ήταν μετά από ένα πάρτυ με όλους τους πολλοστούς του φίλους. Δύο άσχετες της παρέας κάθισαν στα γόνατα του και του φίλησαν τα μάγουλα και τον λαιμό. Όταν της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και έκανε σκηνή την έβαλε στο αυτοκίνητο και την πήρε στο σπίτι της. Δεν της μίλησε για ένα μήνα. Μετά αποφάσισε απλά να την πιάσει τηλέφωνο. 

Την τελευταία φορά, από τις πολλές, που την παρακάλεσε να τον δεχτεί πίσω μετά απο την πρώτη και τελευταία φορά που τον χώρισε έπαθε αμόκ. Φώναζε, έτρεμε, τα μάτια της έβγαζαν αστραπές. 

"Τι θέλεις πιον, να πελλάνω? Εσύ με έσπασες. Έσπασες με για πάντα. Έσπασες μου την καρδιά μου για πάντα"

08 Σεπτεμβρίου 2020

Μια ιστορία #7

Ετοίμασε την βαλίτσα της, και την βαλίτσα του μωρού. 

Ο πρώην άντρας της ζωής της κρατούσε την κόρη του αγκαλιά. Τα μάτια του κόκκινα. Αναρωτιέται ακόμα τι του ήβρε. Βλέπει την καράφλα, την κοιλίτσα, τες ρυτίδες του. Τίποτε εν του ήβρε. Πάντα τον θεωρούσε λίγο βλάκα και αρκετά ακουμαντάριστο. Ψέματα, κάτι του ήβρε. Κατάλληλη ηλικία, κατάλληλο εισοδημα, κ μια σεμνή περιουσία που θα της επέτρεπε να ζήσει συμβατικά εντάξει. Και την ήθελε. Την είδε του άρεσε της μήνυσε. Κολακεύτηκε, και στα 33 της ήταν η ευκαιρεία της.

Παντρεύτηκαν στα 2 χρόνια. Της έκανε πρόταση γάμου με ένα μεγάλο μονόπετρο και βιαστικά οργάνωσαν γάμο. Έκανε δίαιτα, βρήκε υπέροχο κλασικό νυφικό. Οι φίλες της κ η κουμέρα ξεφάντωσαν στο χενς. Ωραίο λουκούμι παραδοσιακό. Ανοιχτός γαμός να είναι οι συμπέθεροι χαρούμενοι ότι κάλεσαν όποιον ήθελαν. Φιλήθηκαν βαθιά στην πίστα όταν χόρευαν το τραγούδι τους. Χειροκροτουσαν οι καλεσμένοι. Έστησαν το σπίτι τους. Ωραίο σερβίτσιο, ωραία τραπεζαρία, σκύλος. Πέρασαν όλοι να το δουν. Γρήγορα άρχισαν τις προσπάθειες για μωρό. Τα κατάφεραν. Όλοι ξαλάφρωσαν. Τα κατάφεραν. Είναι το τελευταίο άγχος. Να βρεθεί το ταίρι, να γίνει ο γάμος, να μείνει έγκυος. Το σόι ξαλάφρωσε. Η κοιλιά φούσκωνε! Όπως και το κενό μέσα της. 

Όταν το μωρό της έγινε 1 έτους ετοίμασε τις βαλίτσες της. Έπιασε το μωρό και έφυε. Μόνη της μες το διαμέρισμα του ενός υπνοδωματίου αναρωτήθηκε όλοι αυτοί που έβαζαν τα τικς στα ορόσημα της ζωής της αν θα την βοηθούσαν τώρα να θρέψει το θύμα της κοινωνίας που έφερε στον κόσμο.


26 Οκτωβρίου 2017

Μια ιστορία #6

Καθόταν στο αυτοκίνητο και περίμενε στο γνωστό σημείο που περιμένει συνήθως. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Η οθόνη του κινητού του άναψε. Ένα μήνυμα. Να του λέει ότι είναι στην είσοδο του πάρκου και περιμένει. Προσπάθησε να τον διακρίνει. Φορούσε πολύχρωμα ρούχα, αμάνικη μπλούζα. Μουστάκι. Κατέβηκε. Τον πλησίασε.
-"Είσαι ο Άθως;"
Έγνεψε του ο μιτσής. Οριακά ενήλικας.
-"Πόσων χρονών είσαι Άθω;"
-"21, εν φατσάρω;" απάντησε με την απρόσμενα μπάσα φωνή του.
-"Είσαι όμορφος" του είπε.
Ο Άθως χαμογέλασε, μάλλον το ξανάκουσε κ μούνταρε να τον φιλήσει.
-"Όχι δαμέ" απαντησε ψυχρά και προχώρησε μέσα στο πάρκο. Ο Άθως ακολουθούσε.
Όταν εφτάσαν πίσω που τες τουαλέτες έβαλε τον πας τον τοίχο φιλώντας τον στον λαιμό καθώς άνοιε βιαστικά το παντελόνι του.

Μετά που μπλεκτήκαν τα σώματα τους και ετελειώσαν, εκουμπώσαν τα παντελόνια τους.

-"Θέλεις τσιγάρο" ρώτησε ο Άθως
Έπιασε ένα διστακτικά, έχει χρόνια που το σταμάτησε.
-"Γιώργος έτσι;" τον ρώτησε
-"Ναι"
-"Άρεσε σου;"
-"Ναι, πολλά"
Σιωπήσαν καθώς παίρναν βαθιές ρουφηξιές καπνού.
-"Γιατί το κάμνεις Άθω;"
-"Εσύ γιατί το κάμνεις;" ρώτησε πίσω αμέσως
-"πες και συ" είπε καθώς σηκώστηκε είπε γειά και απομακρύνθηκε.

Έφτασε σπίτι. Καθώς μπήκε στην κουζίνα τον αγκάλιασε η γυναίκα του.
-"Σάββα, κάπνισες; βρωμάς που πάνω ως κάτω"
-"Παπά" του είπε η κόρη του κοιτώντας τον επικριτικά "εν είπαμε να μεν το ξαναβάλεις στο στόμα σου;"
 Τις φίλησε στα μάγουλα και τις  δύο.
"Ένα τσιγάρο ήταν σιγά"


25 Απριλίου 2017

Μια ιστορία #5

Η αλήθεια είναι ότι, ήταν πολύ καλή υποψήφια. Από όλες τις γυναίκες που γνώρισε, ήταν η πιο ωραία, η πιο ενδιαφέρουσα. Και αυτός, ειχε βάλει κριτήρια. Ήθελε ψηλή, μελαχρινή, έξυπνη και να δουλεύει. Να μην ξοδεύει. Να μην κρέμμεται πάνω του. Ήβρεν την. Και φυσικά την κατέκτησε.

Ήταν σχεδιασμένο. Να την παντρευτεί και να κάνει οικογένεια μαζί της. Μπορεί να μην ερωτεύτηκε, όπως λένε οι ανθρωποι ότι ερωτευονται, αλλά τον ενθουσίασε, και έκανε ότι μπορούσε για να την κάνει δική του. Δεν το έκανε για να την ξεγελάσει. Την ήθελε. Δεν της πούλησε έρωτα. Δεν την ξεγέλασε. Επαναλάμβανε αυτό στον εαυτό του κάθε φορά που έκανε μια ρομαντική υπολογισμενη κινηση. Κάθε φορά που σχεδίαζε κάτι, όχι επειδή το ένιωθε, αλλά επειδή ήταν αναμενόμενο. Κάθε φορά που υπενθύμιζε στον εαυτό του να την φιλήσει, να την αγκαλιάσει. Κάθε φορά που χαλάρωνε και ξεχνούσε να την κοιτά με αγάπη, αλλά με το κενό των συναισθημάτων του.

Το σεξ ήταν υπέροχο, του δινόταν απόλυτα. Και του έκανε 2 παιδιά, εξαιρετική επιτυχία.Τα μεγάλωσε με πυγμή και λατρεία. Ήταν μια δυναμική και δοτική μητέρα.

Εκείνη αποσιώπησε το ενστικτο της για χρόνια. Οι ρομαντικές του κινήσεις, η αγάπη που της έδειχνε την κρατούσαν κοντά του, και αποφάσισε να μην δίνει σημασία στα ερωτηματικά που προκύπταν για το ότι μερικές φορές ένιωθε το κενό. Ένιωθε ακάλυπτη και μόνη. Έτσι είναι οι ανθρωποι, πίστευε, πάντα μόνοι.

Ποτέ δεν θα καταλάβει ότι δεν την αγάπησε πραγματικά. Ούτε κατά διάνοια.

18 Φεβρουαρίου 2016

Μια ιστορία #4

Την αγαπούσε πολύ. Τον αγαπούσε κι αυτή.

Ο έρωτας τους όταν πρωτοξεκίνησε ήταν σαρωτικός. Σιγά σιγά, έχανε την αίγλη του και την μαγεία, όπως όλες οι σχέσεις. Στραπατσαρίστηκε και επέζησε, από δυνατά χτυπήματα. 

Όμως την αγαπούσε πολύ. 

Την ήθελε για μια ζωή. Μέχρι να το καταλάβει είχαν περάσει 3 χρόνια. Και τότε ήθελε να βρει το τέλειο δακτυλίδι. Το τέλειο αντικείμενο, για την τέλεια στιγμή, στο τέλειο σημείο, που θα του έλεγε το "ναι".

Του πήρε καιρό να το βρει. Μάλιστα την ρώτησε ποιο ακριβώς δακτυλίδι της αρέσει. Μετά το είχε, το αγόρασε, και το είχε μαζί του για καιρό. Για εκείνη την τέλεια στιγμή. Που θα δημιουργούσαν την τέλεια ανάμνηση. 

Βρέθηκε κοντά, στο να κάνει την πρόταση. 5-6 φορές ήταν έτοιμος να βγάλει το κουτί. Αλλά πάντα κάτι του χαλούσε το ιδανικό, το τέλειο. Και έτσι προτιμούσε να το αναβάλει, και το ανέβαλε, για χρόνια. 

Μέχρι, που σε μια παρόμοια στιγμή, που ήταν σχεδόν τέλεια, και επεξεργαζόταν μέσα στο μυαλό του το πως θα το παρουσιάσει στο τραπέζι τον διάκοψε.
-"Δεν ακούς;"
-"Ακούω"
-"Δεν είμαι χαρούμενη, δεν θέλουμε τα ίδια πράγματα από την σχέση μας, δεν μπορώ συνέχεια να τραβώ μπροστά και εσύ να μουλαρώνεις, δεν γίνεται να θέλω μόνο εγώ"
-"Δεν είναι έτσι"
-"Πώς είναι τότε;"
 Το κουτάκι έκρουζε μέσα στην τσέπη του. 

Αλλά δεν μπόρεσε να την σταματήσει. 
Και έτσι δεν θα μάθουμε αν την έχασε σε αναζήτηση της τέλειας ανάμνησης ή αν απλά έβρισκε δικαιολογίες .

02 Φεβρουαρίου 2016

Μια ιστορία #3

Κάθεται στον καναπέ. Δίπλα από την τζαμόπορτα, βλέπει τον ουρανό γκρίζο. Είναι απόγευμα. Τα πόδια της διπλωμένα στο στήθος της, το πιγούνι στα γόνατα της.
Ακούει μικροθορύβους από το υπνοδωμάτιο. Νιώθει εξαντλημένη πλέον, δεν μπορεί να αντιδράσει σε κάτι. Τον ακούει να κινειται μέσα στο σπίτι, να μαζεύει, τα μάτια της υγραίνονται, και ένα δάκρυ τρέχει στο μάγουλο της. Το σκουπίζει με τα δάκτυλα, αναπνέει βαθιά για να συγκροτηθεί.
Ακούει τα βαριά του βήματα καθώς έρχεται στο σαλόνι. Δεν γυρνάει να τον αντικρύσει. Αυτός αναστενάζει σιγά. Αφήνει κάτω την βαλίτσα που κρατά, το ξέρει από τον ήχο που κάνει όταν αγγίζει το πάτωμα.
-"Θα σε πιάσω πότε να έρθω για τα υπόλοιπα" της λέει, η φωνή του εξαντλημένη.
Καταπίννει πριν απαντήσει
-"Οκ" απαντά πνιχτά.

Για ένα λεπτό που φαίνεται σαν ώρα, αυτός στέκεται εκεί, απλά στέκεται.
Αυτή συνεχίζει να κοιτά έξω, τα πόδια της διπλωμένα στο στήθος, το πιγούνι στα γόνατα.

Σηκώνει την βαλίτσα του. Ανοίγει την πόρτα, ακούγεται ο μεταλλικός ήχος του κλειδιού στο γυαλί όταν το αφήνει στο επιπλάκι της εισόδου.

Η πόρτα κλείνει.

Το μυαλό της ουρλιάζει "συγνώμη, μην φύγεις"
Ανάβει τσιγάρο, συνεχίζει να κάθετε στον καναπέ.

22 Ιανουαρίου 2016

Μια ιστορία #2

Επερίμενε τον, στο πάρκο. Είδεν την που μακρυά και ελάφρυνε η διάθεση του. Λες και πιον εν ήταν 60 χρονών, λες και ήταν 40, όπως την πρώτη φορά που την είδε.
Είδε τον που την πλησίαζε, και του χαμογέλασε. Κάθισε δίπλα της. Φιληθήκαν. Έπιασε της το χέρι της. Εμιλήσαν για πολλά και διάφορα. Σταμάτησε να του ζητά τα ίδια και τα ίδια. Αποδέκτηκε αυτή ότι αυτή θα ήταν η σχέση τους. Συνέχισε να ελπίζει ότι θα γεράσουν μαζί, αν και εκείνος ήταν ήδη στην αρχή του γήρατος. Συνέχισε να ελπίζει ότι θα της δώσει την θέση στην ζωή του που της αξίζει. Εχτός από την θέση της "γκόμενας".

Ήταν γνωστό σε όλους. Εχτός από τα παιδιά της, ίσως. Ήταν μαζί 20 χρόνια. Εκείνος ήταν 40 όταν γνωριστήκαν, με μεγάλα παιδιά στο λύκειο,  εκείνη 25, με δύο παιδιά νηπιαγωγείου. Αυτός πρόσεξε το αδιόρατο παιχνίδι στα μάτια της. Και δεν μπορούσε απλά να το προσπεράσει. Όπως και δεν προσπέρασε και πολλές άλλες. Μόνο που σε αυτή την έπαθε. Και δεν μπόρεσε να προχωρήσει ποτέ. Όλες τις άλλες τις δέκτηκε η γυναίκα του. Όλες τις περιπέτειες του ενός μήνα. Αλλά αυτήν, που ο μήνας έγινε μήνες, και ο χρόνος χρόνια, την μίσησε, και όσο περνούσε ο καιρός την μισούσε όλο και περισσότερο.

 Πηγαίναν μαζί διακοπές, 1 ή 2 φορές τον χρόνο, αυτή αποξένωσε τον άντρα της και ήταν έτοιμη, να τον αφήσει, μόλις μεγάλωναν τα παιδιά. Αυτός συνέχιζε να είναι σύζυγος στην σύζυγο του, και δεν το συζητούσε καν να χωρίσει. Να βγουν και οι δύο από σχέσεις που δεν ήταν αρκετές και να είναι μαζί.

20 χρόνια. Της κράτησε το χέρι. Εκείνος υπερβολικά αδύναμος για να είναι αποκλειστικά δικός της, εκείνη υπερβολικά αδύναμη για να βγει από αυτή την σχέση. Περπάτησαν στο πάρκο χέρι χέρι. Την φίλησε. Αποχαιρετιστήκαν.

Το έμαθε από την εφημερίδα το άλλο πρωί. Δεν θορυβήθηκε όταν δεν του απάντησε στο μήνυμα το βράδυ. Μερικές φορές δεν απαντούσε, είτε δεν μπορούσε, είτε του κρατούσε μούτρα που ήταν ακόμα παράνομοι. Είδε το όνομα της στην εφημερίδα, το αυτοκίνητο της διαλυμένο. Θανατηφόρο έγραφε. Άρπαξε το τηλέφωνο. Αλλά το άφησε. Δεν είχε κάποιον που θα μπορεί να ρωτήσει. Να μάθει.

Πέρασε τις επόμενες μέρες να τριγυρνά έξω από το σπίτι της. Χωρίς να σταματά. Έμαθε για την κηδεία στην εφημερίδα. Κάθησε έξω από την εκκλησία. Μετά περπάτησε στο νεκροταφείο, στάθηκε στην είσοδο. Μη τολμώντας να μπει μέσα.

Ζούσε ένα πένθος που δεν μπορούσε να ζει.