Είμαι χαμέ. Πίσω μου εν ένα τέρας γλοιώδες, έφαε ούλλες τες ανασφάλειες μου, ούλλα τα τραύματα μου, ούλλα τα θέματα μου και επρήστηκε. Περικυκλώνει με, γύρνει που πάνω μου, μιλά μου. Σφυριχτή φωνή. Σηκώνομαι στα γόνατα. Ψιθυρίζει μου στο αυτί μου το δεξί. Θυμίζει μου, όλα όσα έθαψα, όλες τες πληγές μου, βάλλει τα χοντρά του δάκτυλα πάνω και πιέζει τες ουλές, κάποιες αννοίουν. Και όταν επιτέλους αστράψει το βλέμμα μου, καθώς σηκώνουμε διά μου το σπαθί μου.
Απέναντι μου διμένος εν ένας άντρας, στα γόνατα. Εν τον αναγνωρίζω. Περπατώ γυρώ του, κλωτσώ του το πόδι του, το τέρας πίσω μου μιλά μου. Θωρώ τον άντρα, κάτι μου θυμίζει. Μιλά, αλλά εν ακούω τι λέει.
"Σκότωστον" διατάσσει με το τέρας.
Στέκουμαι μπροστά του, κουντώ τον με το γόνατο μου πίσω, πατώ τον πας το στήθος. Καθώς γέρνει προς τα πίσω, σηκώνω το σπαθί και με τα θκυο μου χέρια, να το μπήξω πας τον λαιμό του, θωρώ τα μάθκια του, τα σκούρα, και τες άσπρες του τες τρίχες στους κροτάφους, το σφιχτό πιγούνι, τα χείλη, ξέρω τα. Θωρώ τον ξανά, και καθώς το τέρας επαναλαμβάνει την διαταγή του, πετρώνω. Επειδή ξέρω τον, ξέρω τον τούτον τον άντρα, ξέρω τον. Εν ο Φιτζ μου. Εν ξέρω πως βρέθηκα σε τούτη τη θέση. Το τέρας αρκέψει και φωνάζει "σκότωστον", "σκότωστον", "σκότωστον", "σκότωστον" και χτυπά παλαμάκια. Ο Φιτζ κοιτά με μες τα μάθκια, αγέρωχα, σοβαρά.
Βουίζει ο νους μου δυνατά. Και όπως σηκώνω το σπαθί ξανά να πάρω φόρα, γυρίζω το προς το δεξιά, κουντώ τον Φιτζ να ππέσει, το σπαθί περνά δίπλα που το πλευρό και καρφώνεται στην κοιλιά του τέρατος, που πέφτει χαμέ και λιώνει με μια κίτρινη λάμψη.
Ελευθερώνω του τα χέρια του, ξαπλώνω στο στήθος του, και βάζει τα δυνατά του χέρια προστατευτικά γύρω μου, με φιλά στα μαλλιά. Περνώ τα δάκτυλα μου στον κρόταφο του.
"Συγνώμη που πήγα να σε σκοτώσω" πάω να πω, "συγνώμη που με τύφλωσε το τέρας", αλλά εν χρειάζεται.
Σφίγγουμαι πάνω του, και σκέφτομαι
Πώς
Να
Μην
Ξανατυφλωθώ;