Εν ξέρω παιθκιά
είμαι στα όρια μου.
Ας πούμε ο κόσμος
είναι καθυστερημένος. Εν πρέπει να γράφω για συναδέλφους κλπ αλλά φτάννω εχτός
εαυτού. Θέλω να δέρω κόσμο.
Ας πούμε λαλώ σου
κάτι να κάμεις επειδή εν η μαυρογέριμη η δουλειά σου να το κάμεις και επειδή εν
έχεις άλλο προσόν, εβάλαν σε να μου υπακούεις, εμένα και 2-3 άλλους. Αν πρέπει
να σου πω ένα πράμα 1200 φορές και πάλε να μεν το κάμνεις και τελικά να το
κάμνω εγώ ανάθεμαν τα, είσαι ένα βάρος της επιχείρησης και εν σου αξίζει τίποτε.
Η δουλειά σου είναι να απαντάς τα τηλέφωνα και να μου λαλείς ποιος είναι. Κάμνεις και άλλα πράματα όπως να τυπώνεις
κόλλες να παραλαμβάνεις τες παραγγελίες και γενικά να κάθεσαι τζιαμέ να
γεμώνεις το γραφείο αν έρτει κανένας να μας το πεις.
Και λαλώ σου ΛΑΛΕ
ΜΟΥ ΠΟΙΟΣ ΣΤΑ ΑΝΑΘΕΜΑ ΕΝΕΙ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΑΠΟΦΕΥΓΩ.
1. «ναι Μπεατρίξ
ενώνω σε»
«-ποιος ένει
κυρία μαννή?»
«ενει ξέρω»
«θέλω να ρωτάς
κυρία μαννή»
«να τον ρωτήσω
τωρά?»
«ε τωρά εν έχει
νόημα, εννά καταλάβει αν θέλω να τον αποφύγω»
«α, ε να σε
ενώσω?»
«…, …, …, ναι» (δαμέ
στες 3 τελείες καταλαβαίνεται το δράμαν μου)
2. «ναι Μπεατρίξ
εν ο κ. Πρήχτης»
«πε του λείπω»
«είπα του είσαι
μέσα»
«κυρία μαννή αφού
είπα σου πρώτα να με ρωτάς και να μεν τους διάς ριπόρτ»
«ε ερώτησεν με»
«ντάξει, άλλη
φορά μεν τους λαλείς, πε τους εννά δεις αν είμαι μέσα, τώρα να της χτυπήσω κλπ
οκ?»
«ναι Μπεατρίξ οκ,
ενώνω σε»
3. «ναι Μπεατρίξ
ενώνω σε»
«ποιος είναι?»
«εν ερώτησα, ου!»
«Καλάν»
4. «ναι Μπεατρίξ
εν η κ. Συμπαθητική και θέλει κάτι λογιστικό»
«κ. Μαννή ίντα
σχέση έχω εγώ με το λογιστήριο?»
«εζήτησεν σε
εσένα αφού»
«ναι, επειδή εν
μαζί μου που μιλά για τα άλλα θέματα, αλλά τούτο που θέλει εν μπορώ να το κάμω
εγώ επειδή εν του λογιστηρίου ευθύνη»
«οκ»
5. «Ναι Μπεατρίξ
πιάννει η κ. Συμπαθητική και ζητά σε πάλε για κείνο που σου είπα»
«Μα κ. Μαννή αφού
είπα σου εν είμαι εγώ εν έχω καμία σχέση»
«ε τι να της πω?»
«……ένωσμου την»
Ενώνει μου την.
«Γεια σου
Μπεατρίξ θέλω κάτι λογιστικό»
«Συμπαθητική μου
εν έχω εγώ καμία σχέση με τούτα τα πράματα, να σε ενώσω με την Συνάδελφο Α να
σε βοηθήσει?»
«Α, οκ, ναι
φυσικά, ευχαριστώ»
«Οκ ενώνω σε,
καλημέρα»
«Καλημέρα»
6. «Ναι Μπεατρίξ
εν ο κ. Πρήχτης»
«πε του λείπω»
«ντάξει»
«ευχαριστώ κ.
Μαννή»
7. «ναι Μπεατρίξ
εν ο κ. Πρήχτης»
«δώσμου τον»
«Μπεατρίξ πρήχτης
είμαι, θα έρτω να σου ΄φερω κείνα τα χαρτιά σε καμιά ώρα»
«Ντάξει, εγώ θα
λείπω, άφηστα της κ. Μαννής»
«οκ»
Πιάννω την
«κ. Μαννή θα έρτει
ο κ. Πρήχτης να μου αφήκει κάτι χαρτιά, πε του λείπω και πιάστα εσύ»
ΚΑΙ ΑΦΗΝΕΙ ΤΗΝ
ΜΑΥΡΟΓΕΡΙΜΗΝ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΧΤΗ ΝΑ ΜΕ ΘΩΡΟΥΝ ΟΥΛΛΟΙ, ΣΟ ΑΝ ΕΡΤΕΙ Ο ΠΡΗΧΤΗΣ ΘΑ ΜΕ
ΔΕΙ, ΑΡΑ ΕΚΑΤΣΑΜΕΝ ΠΑΝΩ.
Πιάννω την
«κ. Μαννή
κλείστην πόρτα, εννά με δει ο Πρήχτης που εννά έρτει»
«οκ»
Η ΠΟΡΤΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ
ΝΑ ΕΝ ΑΝΟΙΧΤΗ
Πιάννω την
«κόρη μαννή με
κείνη την πόρτα τι θα γίνει?»
«οκ»
Η ΠΟΡΤΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ
ΝΑ ΕΝ ΑΝΟΙΧΤΗ
Πάω διώ της μια
και κλείει και λαλώ της «ποσες φορές πρέπει να σου το πω?»
.
.
.
.
.
.
Ξαναννοίει την
πόρτα «3 λεπτά να κάμω φραπέ»
Ήρτεν ο πρήχτης,
έπρησε με
.
.
.
.
.
Και τωρά ήρτεν να
της βάλω κλιπς στο συρραπτικό