30 Οκτωβρίου 2013

Σε ένα παράλληλο σύμπαν

Ήμουν σε ένα δωμάτιο, μπεζ τοίχοι, ήμουν καλά ντυμένη, μπήκε ένας ψηλός κάτι ψυθίρισε και γύρισαν όλοι προς το μέρος μου, κάτι έγινε, σκέφτηκα, άκουα το ονομα του στους ψιθύρους. Κάποιος με έπιασε από τους ώμους, μου είπαν ότι ο άντρας μου ήταν εδώ και με γύρευε πριν έρθω, έφυγε πριν έρθω, αλλά, αλλά έπαθε ατύχημα, εκτύπησε, πολλά, επέθανε. Έμεινα κόκκαλο, έφκαλα το τηλεφωνο μου, έπιαννα τον τηλέφωνο, εν απαντούσε, έστειλα του μήνυμα να μου στείλει κάτι να είμαι οκ, να ξέρω ότι εν οκ.

Επερνούσαν οι μέρες, εγώ ήμουν οκ, επερίμενα τον να απαντήσει, έκλαια, που εν απαντούσε, εσυνέχιζα να ζω, και επερίμενα να έρτει πίσω, ώσπου ήμουν μες τον δρόμο και είδα ενα αυτοκίνητο σαν το δικό του και εκατάλαβα ότι εν απαντά, ότι εν απαντά, εν απαντά, που είναι, εγονάτισα χαμέ, έκλαια, και εσκέφτηκα μπας και εν αλήθκεια, μπας και εν υπάρχει, μπας και σε τούντον κόσμο που ζω και αναπνέω εν υπάρχει πιον, ετέλιωσε, κείνος που ήξερα, ετέλιωσε, και εσκέφτηκα, μακάρι να επίστευκα σε ψυχές, μακάρι να επίστευκα ότι εν κάπου και βλέπει με, μακάρι να μεν ένιωθα ότι εχάθηκε, ότι πιο όμορφο εγνώρισα σε τούτη τη ζωή να μεν έσβησε, και ειπα εν γίνεται και εσηκώστηκα, εκοίταξα το κινητό μου και επερίμενα.

Μετά που καιρό, εμεγάλωσα, και ασπρίσαν τα μαλλιά μου και ήμουν μεσα σε κόσμο, και έβλεπα γυρώ μου, άναψα το κινητό μου να δω αν απάντησε, τιποτε ακόμα. Έστειλα του εγώ, όπως κάθε μέρα, έστειλα του ότι τον αγαπώ. Και μετά έστειλα του "το χειρότερο είναι ότι πάω να το πιστέψω" και ετρέξαν τα μάτια μου. Συνέχισα να βλέπω γυρω μου, κρατώντας το κινητό, περιμένοντας την απάντηση.

13 Οκτωβρίου 2013

Το καρύδι

Γύρω μου φώτα, φασαρία, άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι αφόρητοι. Αφόρητοι, ανυπόφοροι, πρέπει να παίζω τα παιχνίδια τους, οι λέξεις τους μπαίνουν στα αυτιά μου, κάπου χάνονται στον δρόμο για μετάφραση από τον εγκέφαλο, οπότε ακούω λέξεις, ασυνάρτητες, αφόρητες. Κουράζομαι, να είμαι η Χ, κουράστηκα, κουράζομαι, πνίουμαι. Περπατούν στον δρόμο, τα μάτια τους παίζουν σε όλες τις κατευθύνσεις, στέκουμαι ακίνητη, είμαι εχτός από όλα, εχτός εχτός, εχτός. 
Εχτός, εν θέλω να μιλώ άλλο, αγγίζω τον λαιμό μου, θέλω να βάλω τα χέρια μου μέσα, να τες κόψω τες χορδές, θέλω να μπήξω στα αυτιά μου ξύλα, να μεν ακούω άλλο. Τραβώ το χέρια μου στο πρόσωπο μου, τραβώ τα μάγουλα μου προς τα κάτω, φωνάζω και εν ακούουμε.
Είμαι εχτός.
Ανοίω την πόρτα μπροστά μου και εν ένα κενό δωμάτιο, και στην μέση ένα καρύδι. Ψηλαφίζω το, εν ζεστό, και στα χέρια μου εμφανίζουνται οι πληγές μου ούλλες, εσαπίσαν, εσάπισα, το δέρμα μου, ο νους μου εσάπισε. Ακούεται το βουητό του δρόμου έξω, εγώ σαπίζω μέσα και σπάζω το καρύδι. Αδειάζω το. Βάλλω το ένα πόδι μες το τσόφλι, και μετά το άλλο, λυγίζω και μπαίνω μέσα ολόκληρη, ξαπλώνω σαν το έμβρυο, και κλείει που μόνο του. Ησυχία, κανένας, ακούω το που σφραγίζει και κοιμούμαι. Μουχλιάζω.