'Ηταν αδιανόητο που του είπε οτι θέλει να χωρίσουν. Εν το εχώρεν ο νους του. Επειδή ότι πελλάρα και να έκαμνε, όποια και να του εκόλλαν, τζιείνη ήταν η βάση του. Ήταν μαζί τόσα χρόνια. Και εμιλούσαν για το μελλον πάντα. Τι εννα φκάλουν τα κοπελλούθκια τους. Που εννα ζήσουν. Αρκέψαν τες καριέρες τους. Εστραφήκαν στην χώρα τους. Κανεί με τα σχέδια, ήρτεν επιτέλους η ώρα να τα ζήσουν. Και ότι και να εκάμαν ο ένας του άλλου ήρτεν η ώρα να τα αφήκουν πίσω, να τα σβήσουν, να επικεντρωθούν στον αρραβώνα τους και την υπόσχεση που εδώκαν που ήταν 20 χρονών.
Τζιαι είπε του να χωρίσουν. Ο αρφός του είπε του "τούτα ούλλα που της έκαμες κάποια φάση θα τα πλέρωνες". Εκαρτέραν να της περάσουν τα νεύρα και να στραφεί. Κάπως έτσι ήταν η κατάσταση μεταξύ τους, αν και δεν του ξαναείπε εκείνη ποτέ να χωρίσουν. Να τσακωθούν και να απομακρυνθεί λλίες μέρες ναι. Αλλά όλοι οι προηγούμενοι χωρισμοί ήταν δικοί του. Πρώτη φορά του έλεγε αυτή.
Επεράσαν οι μέρες. Δεν του εμίλαν. Εγύρεψε την. Είπε του ετελειώσαν. Επήε που το σπίτι της. Εν του εμίλησε. Επιαννε την τηλέφωνο συνεχόμενα ώσπου και είπε του μεν με ξαναπιάεις σοβαρομιλώ. Επεράσαν βδομάδες και δεν υποχωρούσε. Άρκεψε να του μπαίνει η ιδέα μπας και εσοβαρομίλαν. Έπιασε ούλλες τες φίλες της να μάθει τι έγινε. Επήε ήβρε τους γονιους της. Σηκώσαν όλοι τα χέρια ψηλά. Εμπήκε του η ιδέα ότι είχεν άλλο. Άρκεψε να την παρακολουθά. Να στέκεται ποτζιεί ποδά να την θωρεί που πάει και που έρκεται. Εν είχε άλλον.
"Πρέπει να κάμω κάτι σπουδαίο να την κερδίσω πίσω" εσκέφτηκε. Επήενναι και έβαλλεν της λουλούδια πας το αυτοκίνητο κάθε νύχτα να τα εύρει το πρωί. Έβρισκε τα χαμέ την άλλη νύχτα. Επήε εγόρασε δακτυλίδι, ήθελε να την παντρεφτεί. Εκείνη την νύχτα έφκαλε την έξω που το σπίτι της να την καρτερά να στραφεί να της μιλήσει και να της δώσει το δακτυλίδι. Μόλις τον είδε οδηγησε και έφυε. Έστειλε του μήνυμα ότι εφοήθηκε και έφυε. Επιασεν τον ο δαίμονας.
"Εφοήθηκε με εμένα; ΕΜΕΝΑ; τι της έκαμα"
Εγραψε της τζιαμέ ενα γράμμα. Είπε της τα ούλλα, ποσο μαλακισμένη είναι, πόσο ψεύτισσα που του είπε ότι εννα παν μαζί στην εκκλησία να παντρευτούν, και τωρά απλά εν εγωίστρια. Είπε της για τες φωτογραφίες της που έχει, με τα εσώρουχα τζιαι τιτσίρα. Και ότι θα μπορούσε να την κάμει τουτούκκι αν ήθελε. Είπεν της για το δακτυλίδι, οτι είχε το και ότι ήθελε να της το δώσει. Εβαλε το κάτω που την πόρτα της και έφυε.
Την άλλη μέρα επιασε τον ο αρφός του κι εφώναζε του. Επιασε τον τηλέφωνο τζιεινη και είπε του οτι εννα πάει στην αστυνομία. Ειπε του τι της έκαμνε. "Τι της κάμνω ρε; Αγαπώ την θέλω την τζιαι τζιείνη επιμένει. Προσπαθώ να της δείξω οτι την αγαπώ και οτι κάμνει λάθος". Είπε του ο αρφός του να μεν ξαναπάει που το σπίτι της, να μεν την ξαναπιάει τηλέφωνο.
Επεράσαν τα χρόνια. Είδεν την μετά που 3 χρόνια τυχαία. Ήθελε να πάει να της μιλήσει αλλά εβάσταν την ένας που το σιέρι και εγύρισε και έφυε. Έστειλε της μήνυμα. Οτι είδεν την με τον καινούριο, πως γινεται να επροχώρησε την ζωή της. Εν του απάντησε.
Επερασαν κι άλλα χρόνια. Επαντρεύτηκε με μια πολλά καλή κοπέλα. Έκαμε μωρά. Επεράσαν σχεδόν 20 χρόνια. Μια που τες φορές που την κατασκόπευκε στο ινσταγκραμ κάτι τον κατέκλυσε και έκανε της φόλλοου.
Και κάπου 30 λεπτά μακρυά, είδεν το τζιείνη. Εχαμογέλασε.
"Μετά που τόσα χρόνια ακόμα ειμαι μες τον νου σου ρε; Ζιω μες τον νου σου δωρεάν" εσκέφτηκε με ικανοποίηση.