Πάω να στρώσω το τραπέζι. Το μπουφέ είναι στολισμένο. Φωτογραφοθήκες. Φωτογραφίες. Γάμοι, παιδιά, πτυχία, μεταπτυχιακά, αρραβώνες, οικογένειες, τα αδέρφια, τα εγγόνια, τα δισέγγονα. Φορέματα των διάφορων εποχών, χαμόγελα. Χτενίσματα που προδίδουν ηλικίες. Φωτογραφοθήκες διαφόρων σχημάτων και χρωμάτων, υλικών. Συμπληρώνουν το παζλ της οικογένειας, το δέντρο.
Μπαίνει η ξαδέρφη μέσα. Κρατά μια στίβη πιάτα. Φέρνω τα μαχαιροπίρουνα. Έρχετε το φαγητό, οι πιατέλλες, με τα διάφορα. Μπαίνουν, βγαίνουν, βάζουν στο τραπέζι τα ποτά, τα συνοδευτικά, κάθονται στις θέσεις τους, εγώ στη δική μου. Γελούμε, μιλούμε, πειράγματα. Ο παππούς στο κεφάλι του τραπεζιού, βάζει ουίσκι, μου κάνει εβίβα, εγώ με το κρασί. Τρώμε, ο καθένας αυτό που του αρέσει, και αυτό που δεν του αρέσει, ιδιοτροπίες, χούγια, πειράγματα, κουβέντες ίσhιες.
Κάτι λέμε, ο παππούς μου, αλλιώς γνωστός και ως "Ο λογικός", ξεκινά το γέλιο, εκείνο το ασταμάτητο που συνοδεύεται με δάκρυα. Όλοι στην οικογένεια μου γελούν δυνατά και καθαρά. Μέσα από το πέρασμα των χρόνων, από όλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες που είχε ο κάθε ένας από εμάς, ακόμα μαζευόμαστε σε εκείνο το τραπέζι, το ξύλινο, το παλιό, στην σάλα με τα παλιά φωτιστικά και γελούμε δυνατά. Το καυστικό χιούμορ της γιαγιάς μου έχει περάσει στις κόρες της, και αυτές το έχουν περάσει στις εγγονές της. Αυτοσαρκαζόμαστε, λέμε αλήθειες μέσα από τα αστεία, και τα πιάτα πάνε και έρχονται μέσα στα γέλια και τα χαχανητά.
Και έτσι βλέπω την βιολογία μας, την βιολογία της οικογένειας μου. Το αίμα που κυλάει στις φλέβες μας, τα ονόματα που είναι κάποια κοινά, ανήκουμε. Δεν ταιριάζουμε, δεν μοιάζουμε. Αλλά γνωριζόμαστε από την αρχή της ζωής μας. Και γελούμε δυνατά, μέχρι δακρύων κάθε φορά.
Γι αυτό οι Κυριακές εν ωραίες. Οι Κυριακές είναι οι μέρες της οικογένειας. Οι Κυριακές εν οι μέρες που θυμούμε γιατί είμαι σε τούτο τον τόπο και όχι αλλού.
Έτσι κι αλλιώς δεν έχουν όλοι σπαθί στην οικογένεια μου, λίγοι είμαστε, αν χρειαστεί ξεσπαθώνουμε και για τους άλλους.