27/10/21

Μια ιστορία #10

Όταν επεράσαν οι πρώτοι μήνες, που την άρπαζε στην μέση του δρόμου να την φιλήσει, που την ξυπνούσε για σεξ, για επιβεβαίωση μες την μέση της νύχτας, ότι εννα τον δεχτεί πάλε μέσα της, έχει πρόσβαση στο σώμα της, μετά που έγινε δεδομενη η πρόσβαση, η παρουσία, η πρόσκληση ήταν ανοιχτή και χωρίς όρους, μετά από όλα αυτά, επήλθε η έρημος του έρωτα. 

Άρχιζε να μεν της μιλά. Άρχισε να περνά την πολλή του ώρα στο τηλέφωνο. Άρχισε να βαριέται. Άρχισε να κλείνεται στο μυαλό του ξανά. 

Άρχισε να μεν διά σημασία. 

Άρχισε να μεν την βλέπει. Έγινε μέλος του υπόβαθρου. Του σκηνικού. Έπιπλο; Ή μάλλον εξοπλισμός; Κάτι διαδραστικό; Κάτι που χρησιμοποιείς για λίγο και μετά το βάζεις στην θέση του. Κάτι που εκτελεί καθήκοντα στο σπίτι που δεν θέλεις να κάνεις εσύ; Που θα γεννοβολήσει και θα τα φροντίζει. 

Την πρώτη φορά που τον απάτησε δεν το κατάλαβε καν. 

Την δεύτερη φορά το κατάλαβε. Την "συγχώρεσε" επειδή οκ, είναι καλά να έχουμε ένα άτομο να κάνει όλη την δουλειά που δεν θέλουμε, κ επίσης ήθελε να μην χάσει τα παιδιά του. 

Την τρίτη φορά έγινε ο καυγάς. 
"Γιατί, γιατί συνεχίζεις" την ρώτησε 
"Επειδή θέλω κάποιος να με βλέπει, θέλω κάποιος να αναγνωρίσει τούτα ούλλα που είμαι κ να με θωρεί με θαυμασμό. Εν υπάρχω για σένα"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου