Εν η απόλυτη ηρεμία, ακούεται που μακρυά μια μελωδία. Θωρώ γυρώ μου είμαι σε ένα δρόμο, τσακρώ τον λαιμό μου απότομα. Στο ανοιγόκλεισμα των ματιών μου, γυρίζουν οι βολβοί μου και έρκουνται, επιτέλους οι άσπροι. Κι είμαι. Είμαι στον κόσμο με τα άλλα χρώματα, η μελωδία ακούεται σαν μυστικιστική, τα χρώματα εν διαφορετικά, εν σκούρα πράσινα και υπεριώδη και γυαλλιστερά κίτρινα χρυσαφιά, εν όλα τα καφέ σέπια. Χαλαρώνουν οι μύες μου. Θωρώ με το βλέμμα μου το έντονο τα πάντα. Ακουω τους ήχους των φτερούγων των πουλιών, τους εξωσκελετούς των εντόμων, τες ρίζες των δέντρων που τεντώνονται, τα μόρια του ουρανού που σκεδάζονται. Η μελωδία ταλαντώνει μου του μύες μου, και περνώ τα χέρια μου πάνω κάτω στην ένταση της απόλαυσης. Η μελωδία τραβά σαννα και έχω γάντζο τζιαμε που χωρίζουν τα πλευρά μου, καρφωμένον πας τον θώρακα μου. Περπατώ στο μονοπάτι, θωρώ γυρώ μου, τα χρώματα φιιλτράρουνται, θωρώ κείνα που θέλω να θωρώ. Οι ήχοι φιλτράρονται και όλαόσα δεν έχουν σημασία δεν έρχονται προς εμένα. Εν όλοι σε αργή κίνηση γυρώ μου. Εν σάννα και οξυνθήκαν ούλλα μέσα μου. Γελώ στα στόματα που ανοιγοκλέινουν και δεν έρκεται τιποτε στα αυτιά μου. Περπατώ σε μιαν πολη ακολουθώντας την μουσική. Οι εκφράσεις ευγενίας μοιάζουν σαν καρικατούρες στα προσωπα, και η φάτσα μου εν ανίκανη να τες εκτελέσει. Τα λόγια δεν φτάννουν στα αυτιά μου. Το στόμα μου δεν μπορεί να φιλτραριστεί. Λέει αυθαίρετα τις σκέψεις.
Φτάνω στην πηγή της μουσικής, τα μάθκια μου εν ολόασπρα. Τζιαι τζιαμέ, βρίσκω άλλους, με μάθκια ολόασπρα, που συντονιστήκαν στην μουσική, που ήρταν που παντού γιατί τούτη η μουσική κυριεύει την ζωή τους. Χρώματα παντού, αλλοσπως, χορός, λόγια, χαμόγελα με μεγάλα στόματα.
Κλείω τα μάθκια μου και ξυπνώ, ποθώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου