Όταν τον είδε πρώτη φορά πριν κατι μήνες, ήταν σκοτεινά κ πολύχρωμα φώτα στριφογύριζαν. Έπιννε το ποτο του καθώς η ίδια εστέκετουν μόνη της σε μια γωνιά. Εν ήξερε κανενα στο πάρτυ και η ξαδέρφη που την έφερε μαζί της κάπου εξαφανίστηκε. Εχαμογέλασε της. Τζιείνη εγύρισε που την άλλη άβολα. Ήταν πολλά ωραίος. Ώσπου να ξαναγυρίσει πάνω του εχάθηκε. Έψαξε λλίο δεξιά αριστερά αλλά εν τον έβρισκε. Στο τέλος της νύχτας, σαν έβαλε το σακκάκι της να φύει, είδε τον πάλε. Εχαμογέλασε του σύντομα και βουρητή έφκηκε έξω που την ντροπή της. Ήρτε πίσω της. Εσυστήθηκε της. Ανταλλάξαν τηλέφωνα. Μετά που τζιείνο, η ίδια έππεσε με τα μούτρα. Φουλ μούτρα. Εν εκράτησε ούτε μια πισινή. Μετα έδωκε μέσα και ο τύπος. Και ήταν όλο δράμα, όλο αγάπες, και φιλιά και δράματα και κλάματα και τσακωμούς και μέρες να περνούν να μιλούν ασταμάτητα και μετά καθόλου και μετά ξανά. Και να περνουν οι μήνες. Και να πιάννει το ημεηλ οτι επιάσαν την στο εξωτερικο. Και να του το λαλεί. Και τι εννα κάμουν και τι εννα κάμουν. Και πώς γίνεται να χωρίσουν; Και εν μπορώ να σου πω να μεν παεις, δεν μπορείς να μου πεις να μεν παω, όπως ούτε μπορώ να σου πω έλα, ούτε μπορείς να μου πεις έλα οχι. Και οι μέρες περνούσαν, και η μέρα έφταννε, και οι προετοιμασίες πολλές, όπως και το μαράζι.
Την τελευταία νύχτα έφεραν τα δακτυλίθκια που είπαν να ανταλλάξουν. Και εφέραν και τα κομμάτια με τα υφάσματα. Εκόψαν τα δάκτυλα τους με το μαχαίρι, εστάξαν τα γιαίματα τους πας τα υφάσματα, εφορήσαν τα δακτυλίθκια, και μετά εγλύψαν ο ένας το γιαίμα του άλλου.
Μετά που έφυε, είχαν ο ένας το γιαίμα του άλλου πάντα πάνω του.
Θα έλεγε κάποιος, ότι τούτοι εν θα χωρίζαν ποττέ.
Η τελευταια φραση...:)
ΑπάντησηΔιαγραφή