Περπατούν ακατάπαυστα μες τον λαβύρινθο. Φλορέντζες, υγροί διάδρομοι, μαύροι τοίχοι. Κάτι φωτεινές λάμψεις ώρες ώρες. Σκοτάδι, αντίλαλος, ήχος της μηχανής που δουλεύκει. Ούλλα τα βέρσιονς του εαυτού της περπατούν μες τον ατέρμωνο λαβύρινθο.
Γυρίζει πίσω της, λαλεί της άλλης
"τέλειωνε έλα βλέπω μιαν ανοιχτωσιά"
Κουτσα κούτσα φτάνει η μια την αλλη. Προχωρούν πας την κούρβα. Φτάνουν σε μια γκρίζα κοιλάδα, με 2 κοιλίες και 2 κόλπους και 4 μεγάλα τούνελ ρημαγμένα, τρυπημένα. ούλλα γκρίζα, γλιστερά και μουχλιασμένα. Τρομερη η δυσωδία.
"Τι εν δαμέ;"ρωτά η μια
"ότι τζιαν ένει έχει καιρό που εγκαταλήφθηκε"
Αντίχησε ξαφνικά ένα χαχανο, αντίχησαν κάτι μουρμουρητά, κάποιος την έσφιξε δυνατά. Τζιαι οι τοίχοι αρκέψαν να τσιριλλούν "εν εχει νόημα εν εχει νόημα θελω να παω σπίτι μου, τι κάμνω δαμέ"
"τι εν τούτο" ρωτά η μια;
"εν ξερω" λαλεί η άλλη
"λαλείς να πεθάνισκε λλιο καθε φορά που άφηνε κάποιον αναμεσα στα ποθκια της, μες τον νου της και μες την καρδιά της;"
"ετσι φαινεται"
Εν οκ να αφήνουμε πίσω μας τις εκδοχές μας, να χάνουνται. Κάθε νέα εκδοχή μας είναι καλύτερη, σοφότερη, ανθεκτικότερη. ❤️
ΑπάντησηΔιαγραφήΔεν ξερω καποιο ανθρωπο που να μην τον πηρε καπου, εαν δεν πηρε ρισκο. Συμφωνω με Ανωνυμο πιο πανω!
ΑπάντησηΔιαγραφή