Θωρεί το μήνυμα. Εν το ανοίγει. Εν θέλει να του δώσει την πληροφορία ότι εκείνη την στιγμή, η απόσταση που τους χωρίζει διαλύεται, και ενώνονται στις οθόνες των κινητών τους. Εν θέλει να ξέρει οτι εν τζιαμέ εκείνη την στιγμή. Σκέφτεται τον να βαστά το τηλέφωνο και να καρτερά απάντηση, να βάλλει τα μαλλιά του πίσω που το αυτί του με την χαρακτηριστική του κίνηση.
Κλείει τα μάθκια της, σαν μια δύναμη να την τραβα που το αρφάλι προς τα πίσω, μεταφέρεται σε άλλη χώρα, μές τον νου της παιζει το green grass της Cibelle που της έστειλε ένα απογευμα, ξαπλώνουν χαμέ στο πάρκο. Το κεφάλι της στην κοιλιά του, μιλούν και γελούν, παίζει με μια τούφα των μαλλιών της. Κρατά μιαν κάμερα, φκάλλει την φωτογραφίες. Κάμνει πως του θυμώνει. Περπατούν σε μια μάρκετ, πιάνει βροχή, βουρουν να καλυφτούν σε ένα σταθμό. Χαχανίζουν. Πιάννει της το χέρι της κ μελετά τα δάκτυλα της, αφήννει τον, για λίγο.
Αννοίει τα μάθκια της, επιστρέφει στο τώρα. Στην οθόνη που καρτερά, στο χέρι του που βάλει τα μαλλιά πίσω που τ’ αυτί, με τζείνην την κίνηση. Στο μήνυμα που δεν ανοιξε.
Εν του απαντά.
Απόσταση
Απόσταση
Απόσταση
Τζιαι τζιείνα ούλλα που ήταν να γίνουν εν εγίναν ποττέ, κι ούτε εννα γίνουν. Κι αν κάποιος θέλει κάτι να γίνει, πρέπει να σηκωθεί να το κάμει. Όχι να τσιγκλά, τζιαι να νομιζει, και να εύχεται. Τζιαν κάτι εν επροχώρησε υπήρχε λόγος.
Ήντα κρίμα, που την ώρα που είχαν την προσοχή της και την απόλυτη της αγάπη εν καταλαβαίναν τι τους εδίαν. Τι κρίμα που μόνο μέσω της απουσίας της εκτιμούσαν αυτά που ενομίζαν δεδομένα. Ήντα κρίμα που το μόνο που θα έχουν πλέον απο εκείνη εν την χωρίς κόπο κι αναβλύζουσα αδιαφορία της.
ήντα καλά που τζιείνα τα mocking birds ξέρει να τα πιάννει μόνη της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου