29/7/15

Περί λύσεως του κυπριακού


Είναι αυτές οι μέρες που έχουν επίδραση πάνω μου που νεκατώνουν τον νου μου.

Είμαστε πιο κοντά στην λύση του κυπριακού.

Δεν είμαι πρόσφυγας. Αλλα και μένα οι γονείς μου όταν ήταν μικροί εγκατάλειψαν τα σπίτια τους για να προστευτούν, όπως οι περισσότεροι.

Δεν έχασα περιουσία. Μάλλον έχασα, χάσαν οι δικοί μου εκτάσεις, που απαλλοτριώθηκαν όπως όπως για να κτιστούν οι συνοικισμοί. Αλλά ποιος το μετρά αυτό; Δεν έχει σημασία. Μεγάλωσα σε μέρος που λόγο θέσης δέκτηκε μεγάλο αριθμό. Και μεγάλωσα με αυτό.

Η μάνα σε ένα ποστ της αναφέρει, κάτι που το έχω συζητήσει πολύ. Την μεταφορά των ψυχικών τραυμάτων στο γενετικό υλικό.  Εγώ που καμία σχέση δεν έχω, με τα κατεχόμενα, να θλίβομαι, να ενοχλούμε τόσο πολύ. Από την μια η μεταφορά αυτή, που γενικά άρχισε να ψιλοαποδεικνύετε με στατιστικά δεδομένα. Από την άλλη το πλύσιμο εγκεφάλου που γίνεται. Από μικρή ηλικία.

Πρώτη φορά που πήγα στα κατεχόμενα έμεινε στον νου μου. Ήταν μια πολύ συναισθηματική και έντονη εμπειρία. Δεν μπορώ να σας περιγράψω τα συναισθήματα μου. Μόνο ότι κλαίγαμε πάρα πολύ. Κοιτάζαμε έξω το παράθυρο και ρουφούσαμε χρώματα κ εικόνες. Βλέπαμε τον κόσμο κ νιώθαμε απέχθεια για αυτούς. Τους μισούσα. Δεν μίλησα σε κανένα. Μόνο βλέπαμε. Πήγαμε απόστολο Ανδρέα με μιαν εκδρομή της αρχιεπισκοπής. Φτάσαμε εκεί. Κ ήταν τόσο περίεργο. Βλέπεις το μοναστήρι, την εικόνα που ξέρεις. Που είναι σε όλα τα τετράδια σου τόσα χρόνια. Αλλά βλέπεις κ τα υπόλοιπα γύρω. Τον περιβάλλοντα χώρο. Κ ξαφνικά, είναι πραγματικό. Είσαι εκεί. 1,5 ώρα από το σπίτι σου. Αυτό το εξωτικό μέρος που είναι τόσο «μακριά». Γέμωσα θυμό.

Όταν ανοίξαν τα οδοφράγματα ήμασταν από τους πρώτους. Ήταν μεγάλο Σάββατο κ έβρεχε. Τα συναισθήματα μου ήταν φόβος, ενθουσιασμός και μια τεράστια λύπη. Ήβρεν μας ένας ταξιτζής και μας πήρε Κερύνεια. Πάλε το ίδιο. Οι εικόνες, να αποκτούν ουσία, κ να μπαίνουν στην θέση τους. Το λιμανάκι, το κάστρο. Άλλαζεν ο νους μου. Αποκτούσα την γεωγραφία του νησιού που υποτίθεται ότι ήξερα. Εσκύλιασα.

Ξαναπήαμε. Στο σπίτι ενός θείου μου. Είχε άλλους μέσα. Κάτι κούλλουφους που εκάθουνταν χαμέ. Η γυναίκα μόλις είδε τον θείο μου κ κατάλαβε ποιος ήταν  άρκεψε κ έκλαιε, ελάλεν του σόρυ σόρυ κ κράτούσε το στήθος της. Εφκηκαν που το σπίτι κ αφήκαν τον μόνο του λλίη ώρα. Ύστερα κείνη έκαμε μας καφέ. Κ απλά εθωρούσαμε ο ένας τον άλλο. Σίουρα τούτη η γυναίκα ήξερε ότι ήταν λάθος που έμενε σε εκείνο το σπίτι.

Η μάνα μου έπαιρνε μας συχνά. Πέρασε πολλά όμορφα σε κείνα τα μέρη. Έκανε πολλές διακοπές κ εκδρομές κ βόλτες  όταν ήταν μικρή, κ ήθελε να τα δούμε όλα. Κάστρα, κ τοπία κ πόλεις κ χωριά. Κ όντως στην Μόρφου μυρίζει ο αέρας φκιόρα κ φρούτα.

Όταν πήγα στο μάστερ, είχε ένα τουρκοκύπριο. Εν μας εξεχωρίζαν οι εγγλέζοι. Όλοι ήμασταν από την Κύπρο. Κανένας εν είχε ακουστά ήντα πρόβλημα έχουμε κ γιατί ήταν μπορεί να ήταν επικίνδυνο το ότι μου προτείναν να κάνω παρέα μαζί του. Ήμουν αρνητική. Ήρτε κείνος κ μου μίλησε πρώτος. Είπε μου ότι “you dont look like the monster I thought u d be”. Κάπως το χιούμορ του κ η φύση του χαρακτήρα του εκάμαν με να μαλακώσω απέναντι του. Ένας σκαλιώτης. Το σπίτι του πας την θάλασσα. Ο παπάς του έκαμε ελληνικές σπουδές. Κ ήξερε 5 πράματα να μου πει ελληνικά. Το πώς μεγαλώσαν τούτοι οι ανθρώποι, να νομίζουν ότι εμείς θέλαμε να τους σκοτώσουμε. Ότι εμείς ήμασταν τα τέρατα. Κ ότι η Τουρκία ήρθε τελικά να τους σώσει. Μετά αντιληφθήκαν ότι η Τουρκία χρησιμοποίησε την κατάσταση για να σιωνώσει κούλλουφους μες την χώρα. Τους οποίους εν θέλουν. Καταστράφηκε ο χαρακτήρας την χώρας «τους». Έμαθα πολλά. Για τον τρόπο που εβλέπαν εκείνοι την κατάσταση. Πολλά διαφορετικά από ότι εμείς. Κάτι έτριξε μες τον νου μου. Εν ξέρω.  Μήπως τα πράματα εν ήταν όπως τα ήξερα; Μήπως υπάρχει και άλλη ιστορία πίσω που κείνην που ήξερα;

Μετά που ήρτα Κύπρο άρκεψα να πιαίννω ποτζιεί. Πολλά παραπάνω λόγω δουλειάς. Περνούσα το οδόφραγμα περπατητή, έρκετουν ο Τουρκοκύπριος κ επιαννε με, πηγαίναμε σε διάφορους τόπους. Γερόλακκο, Ομορφίτα, προς Καρπασία, προς Λευκόνοικο, ελάλε μου τους τόπους στα ελληνικά. Ήβρε κ ένα χάρτη, που έδειχνε τες ονομασίες και στα τούρκικα και στα ελληνικά. Ήταν σουρεάλ κατάσταση. Έτυχε να πάω σε ένα εργοστάσιο, κ να έρτει ένας γέρος, να μου μιλά, κυπριακά, άπταιστα. Ελάλε με «κόρη μου». Εμίλαν μου για το πόσο του λείπει ο τόπος του. Εν αθυμούμε πόθεν ήταν. Όπου επήεννα, εδέχουνταν με, με περιέργεια αλλά με θετικότητα. Ο κόσμος, εμίλαν μου, ζητούσε να μάθει πράματα για την μερκά μας. Γνώρισα και νέους. Ειδικά ένας, 1-2 χρόνια πιο μεγάλος μου, εκάμναμε λλίη παρέα, πηγαίναμε για φαί. Λεμεσιανός, τουλάχιστον οι γονείς του. Ήθελε να μετακομίσει που την μερκά μας. Έτσι κι αλλιώς κάθε μέρα εδιάσχιζε το οδόφραγμα για να θκιανεφτεί με φίλους του.

Άρκεψα να είμαι περίεργη. Ήθελα να μάθω τούτο το μέρος, που εν τόσο κοντά αλλά τόσο μακριά. Αρκέψαν οι εκδρομές. Στην Αμμόχωστο, την παλιά την πόλη, εν επήες, εν ξέρεις, αλλά εν υπέροχη, όχι όπως την φαντάζεσαι, εν υπάρχει σε τετράδιο τούτη η εικόνα. Ο πύργος του Οθέλλου, τα τείχη της, οι εκκλησίες, τα αρχαία, όλα Αμμόχωστος, που εν ήταν ποτέ ελληνική, εν τόσο έντονος ο χαρακτήρας, ο πολυπολιτισμικός εκεί, η μίξη των πολιτισμών. Τα κάστρα, το Πέλαπαις, η Λευκωσία, τα περίχωρα. Το Βαρώσι…κείνη την μέρα που πήγα στο Βαρώσι, ήμουν όπως το ζόμπι, πολλά τραυματική εμπειρία. Εν κοιμήθηκα την νύχτα. Ήμουν στο youtube, έβλεπα ότι έβρισκα για το Βαρώσι. Ήξερες ότι τα δάκτυλα του Πενταδακτύλου, δεν είναι πανω στο βουνό; Εν πουπίσω, μάθε το. Ήταν τόσο τραγικό, το πόσο κοντά εν η Κερύνεια και εν μπορεί να πάεις, απλά να πάεις, να ρέξεις το βουνό και να πάεις. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο, περάσαμε στο Κάρμι, χαθήκαμε στον Πενταδάκτυλο, περπατήσαμεν τον. Εγνώρισα, και θέλω να γνωρίσω κι άλλο κι άλλο κι άλλο το μέρος κείνο. Το σπίτι μου εν 15 λεπτά μακριά που το βουνό. 15 λεπτά που τον Πενταδάκτυλο. Απίστευτη αδικία, ένιωσα, απίστευτη αδικία, γιατί να μεν μπορώ να πάω, όποτε θέλω. Εν δικό μου. Όσο μπορεί ένας τόπος να ανήκει στον λαό, όσο μπορεί η γη να ανήκει σε μια παροδική φυλή που ζει πάνω του, τόσο μου ανήκει όλη η Κύπρος.

Βρέθηκα σε τραπέζια, παρέες, εξόδους, με Τουρκοκύπριους. Έκανα συζητήσεις και παρέες, αστεία, εν ανθρώποι σαν εμάς, το ίδιο χώρκατοι, το ίδιο περιπαίχτες, το ίδιο χιούμορ. Ήβρα ότι μπορούσα να αστειευτώ παραπάνω με τους τουρκοκύπριους παρά με άλλους, με τους καλαμαράες ασπούμε. 
 
Γιατί σας τα λέω ούλλα τούτα. Γιατί γίνεται. Γίνεται. Να λυθεί, γίνεται. Που μένα, που τον κόσμο που ξέρω γίνεται, να λυθεί, να τελειώνουμε. Έκαμα το κομμάτι μου. Έζησα τες εμπειρίες μου, αποφάσισα ότι θέλω να τελειώνει, ετοιμάστηκα, ψυχολογικα, συναισθηματικά. Ετοιμάστηκα.

Πρέπει να έρτει το τέλος. Να τελειώνει, να λυθεί, να ζήσουμε στον τόπο μας όπως μας αξιζει. Σκέφτουμε ότι τούτοι που φωνάζουν ενάντια, ή φοούνται ή εν βλάκες. Αν είσαι βλάκας εν μπορώ να ασχοληθώ. Αν φοάσε, σταμάτα. Πάλεψε το. Αξίζει, να θεραπευτείς. Σταμάτα να κρύβεσαι πίσω που πληγές του παρελθόντος. Να κοπεί τούτη η μεταφορά στο γενετικό υλικό. Άνοιξε τες πληγές, φκάλε το πύο, βάλε μπετατίν, γάζες, άφησε να τρέξει ότι μολυσμένο υπάρχει, και μάθε. Μάθε που το λάθος σου, μάθε ότι εν τούτος ο φόβος, τούτο το μίσος, που μας έκαμε την ζημιά. Μάθε την ιστορία του τόπου σου. Αν δεν εσκοτώνουνταν ούλλοι με ούλλους, εν θα έρκετουν η Τουρκία να μας σφάξει. Η εισβολή ήταν μίσος, το πραξικόπημα ήταν μίσος, όλα ήταν μίσος και φόβος. Τέλος, τούτο το πράμα πρέπει να τελειώνει. Εμίλησα με τουρκοκύπριους, αναγνωρίζουν το τι έγινε. Την δική μας ιστορία. Την αναγνωρίζουν, έχει καιρό. Πρέπει να αναγνωρίσουμε και μεις κάποια πράματα. Έχει τόσα χρόνια ζούμε με τούτες τες πληγές, πρέπει να κλείσουν, «ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ» λεμε, δεν ξεχνώ ΑΚΡΙΒΩΣ, όχι «ΔΕΝ ΞΕΠΕΡΝΩ», όχι «ΚΑΘΟΥΜΑΙ Κ ΘΡΕΦΩ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ», όχι  «ΔΙΑΙΩΝΙΖΩ ΤΟ ΜΙΣΟΣ», όχι «ΚΑΜΝΩ ΤΑ ΙΔΙΑ ΛΑΘΗ». Εν θα τους διώξεις ποτέ. Γιατί να τους διώξεις; Την προηγούμενη φορά που ήθελες να τους διώξεις, όι μόνος επληρώσαν την αθώα άτομα, οι ίδιοι επολλαπλασιαστήκαν, εφέραν κ άλλους. Αποδέχτου το λάθος σου, αποδέχτου ότι τούτη η στάση, ότι πρέπει να ζιούμε μόνοι μας σε τούτο το νησί, που δεν εζούσαμε ποττέ μόνοι μας βάσει της ιστορίας της Κύπρου που δεν διδάσκεσαι, επολλαπλασιασε όλους τους άλλους εχτός που τους κυπραίους. Αν είναι αδύνατο να ζήσεις μαζί τους, τότε σκάσε. Αν το πιο σημαντικό για σένα, είναι να ζεις χωρίς εκείνους, τότε να πανηγυρίζεις την εισβολή. Να χαίρεσαι στις 20/7. Επειδή ο σκοπός σου επέτυχε. Ζεις χωρίς εκείνους. Αν η χώρα ολόκληρη δεν είναι το πιο σημαντικό, αλλά πιο σημαντικό χωρίς του τουρκοκύπριους τότε μεν μου λαλείς τα σύνορα σου είναι στην Κερύνεια, να σκάσεις κ να αποδεκτείς, ότι τούτο θέλεις, κ να μεν μου κάμνεις τον πατριώτη.

Τούτη η λύση, εν θα είμαστε μαζί. Θα είμαστε στο περίπου. Θα δώσουν πίσω μέρη. Θα μπορούμε να κινούμαστε ελεύθερα. Τούτη η λύση, εν είναι τέλεια, αλλά ώσπου θέλουμε το τέλειο, μένουμε με το χείριστο. Χάσαμε όλοι, ας σώσουμε ότι μπορούμε. Εν είμαι ούτε γω ειδήμονας, αλλά νιώθω ότι εν καιρός. Επειδή εν  βλέπω σοβαρά επιχειρήματα, γιατί όχι;

Θέλω να λυθεί. Και μεν με εύρεις μπροστά σου, επειδή εβαρέθηκα τούτους ούλλους τους πατριώτες, κ γω με την ελληνική σημαία αναγιώθηκα ασπούμε. Πνάστε. Το να έχεις εθνική περηφάνια, εν μεταφράζεται σε μίσος σε άλλους.
 

13/7/15

Time Out #27 φακ γιορ ρέης

Γενικά εν μπορώ να παραπονεθώ για τους γειτόνους μας. Εν είναι χειρότεροι από κείνους των γονιών μου που όταν τους ανοίξαν το σπίτι, και η μάνα μου τσιριλλούσε κ ο παπάς μου φώναζε μες τους δρόμους  εν εφκήκε ούτε κ ένας να βοηθήσει, εχτός κι αν επάθαν όλοι μαλάκυνση του τυμπάνου κ εν ακούσαν. Εν παραπονιούμε, όλοι έχουν σκύλους, κλαίουν αλλά οκ, εν ζώα. Οι παραπάνω φροντίζουν τα, που σημαίνει ότι παν πολλές βολτες οι σκύλλοι αρα κ τα πεζοδρόμια εν ολόσκατα, αλλά οκ shit happens. Στην πολυκατοικία συμπαθώ τους όλους, πάμε κ για καφέ. Μια χαρά χαρούλα. Ακόμα και το δίπλα σπίτι, που έχουν 3 γιούες-κ κανένας μαντράχαλος εν θα τους κτυπήσει την πόρτα να γυρεύκει πριγκηπέσσα-κ παίζουν όλη μέρα μπάσκετ κάτω που το μπαλκόνι του υπνοδωματίου, ακόμα κ οι πίσω που έχουν 3 γιούες-έχει το η γειτονιά-που κάνουν ολονύκτιες συνάξεις με φίλους τους στην αυλή τους, κάτω από το παράθυρο του υπνοδωματίου, κ ο ένας παίζει κ ντραμς. Εν πειράζει.

Εχτός που μιαν. Μιαν. Δαιμονισμένη.
Ήταν ποκείνες που καταλάβεις ότι το σπίτι κατοικείται που το αυτοκίνητο που κάποτε είναι εκεί κάποτε δεν είναι. Τα παράθυρα πάντα κλειστά. Σφραγιστά. Εν τους ακούεις εν τους ξέρεις. Μόνο τον αντρα της είδαμε κάποιες φορές να παίρνει βόλτα 2 σκύλους που δεν ξεραμε ότι υπάρχουν. Αθόρυβοι κ αυτοί.

Τούτη επάθενε κάτι κρίσεις, όταν αργά την νύχτα είχε η γειτονιά φασαρία άννοιεν τα παράθυρα κ εξιτίμαζεν, αλλά ξιτιμασιές πολλά αισχρές, πολλά έντονες κουβέντες.

Ύστερα εμάθαμεν ότι ήταν έγκυος, εγέννησε, ττουκ ξανά έγκυος, εγέννησε. Τωρά τα μωρά εν 2-3 χρονών.
Κάτι όμορφα παιδάκια!

Και τωρά, ξέρουμε κ ότι μένουν δαμέ, κ ήνταλως εν οι φωνες τους. Γιατί ούλλη την γαμημένη μέρα παουρίζει.

"Κώστααααα κάτσε φρόνιμα"
"Ελεάναααα όχι, βρωμιες, όχι θα λερωθέις"
"Κώστα, θα χτυπήσεις γιε μου θα χτυπήσεις έλα μέσα"
"Ελεάνα το γατάκι, όχι το γατάκι, είναι βρώμικο, είναι άρρωστο, θα του πιτίσω νερό να φύει αν δεν το αφήκεις"
"Κώστα, σταμάτα γιε μου, σταμάτα, είσαι άτακτος κακό παιδάκι"

νον στοπ πελλέ μου νον στοπ

κάθεσε μιαν ώρα να πνάσεις δώστου η φωνή της η μπάσα που διαπερνά τα πάντα, καλύτερα το μπάσκετ καλύτερα τα ντραμς παρά τούτη η πελλή που φωνάζει σε 2-3 χρονών μωρά, κ αναμένει να συμπεριφέρουνται σε 23 με το σις κ με το σας.

Αφηστα ματάμ να ξιμαρίσουν να πέσουν να χτυήσουν να παίξουν με το καττούι.

Σήμερα στην πολλή την ώρα ακούω πάλε
"Ελεάνα αν δεν αφήκεις το καττούι θα το πιάσω να το πάρω μακριά να μεν το ξαναδείς"

Πιάσαν με οι δαιμόνοι, ε όι κ να μετακομίσει το καττούι επειδή εσύ είσαι καθυστερημένη.

Κατεβαίνω κάτω, σκεκουμε απέναντι που το σπίτι της, φωνάζω στο καττούι.

Το καττούι μόλις με θωρεί βουρά πάνω μου. Το χαϊδεύω κ του βάζω κολανούι στον λαιμό. Θωρώ την
Λαλώ της τηλεπαθητικά: τζιείσε πας το καττούι κ θα γίνει της πουτάνας δαμέσα

Γυρίζει που την άλλη κ φεφκει.

Αν γίνει κάτι με το καττούι, θα με δείτε στες ειδήσεις α!

9/7/15

Άκρως Κυπριακόν #4

Να κανονίζουμεν επαγγελματικό ραντεβού 6 πλάσματα. Εγώ και ένας άλλος να θέλουμε 1,5 ώρα να φτάσουμε. Να είμαστεν εκεί 5 λεπτά νωρίτερα. Ν φτάνουν κ οι άλλοι. Να έρχονται οι καφέδες, να έρχονται τα αλμυρά. Να τρώω μια τυροπιττούα. Να περνά το 20λεπτο. Να αναρωθκιούμαστε που στον γαμόσhιστο είσαι. Να σε πιάνουν τηλέφωνο στο μισάωρο. Να λαλείς "ναι ναι έρκουμαι τώρά".

Να έρκεσαι σε 15 λεπτά. Δηλαδή ως τα τωρά εγώ έφαα σχεδόν 2 ώρες για τούτο το μίττινγκ. Να μετακινώ το επόμενο ραντεβού. Να μπαίνεις μέσα κ να μας λαλείς "είχα δουλειά" . Να είμαι στο τσακ να σου πω, ναι φυσικά εμείς είμαστεν δαμέ αθκιασεροί ρε γάρε, εμείς εν έχουμε δουλειά. Κ φυσικά σιγά που θα έκοφκε ο νους σου να μας ειδοποιήσεις ασπούμε.

Κάθεσαι φκάλλεις τα χαρτιά σου. Ξεκινούμε. Παίζει το τηλέφωνο σου. ΑΠΑΝΤΑΣ. Μιλάς 20 λεπτά για άλλο πελάτη κ για στοιχεία κ καταστάσεις που δεν πρέπει να ξέρει ο κόσμος ούλλος, μπροστά σε 5 άλλα άτομα που άλλες 3 διαφορετικές εταιρείες. Βλάκα.

Κλείεις το τηλέφωνο, συνεχίζει το μίττινγκ. Λαλείς μαλακίες. Βάλλουμε ντενλάιν.

Πιάννεις την κουβέντα κ το κουτσομπολιό.

Λέω σου "σόρρυ αλλά λόγω των προηγούμενων καθυστερήσεων τώρα πρέπει να παλάρω ούλλη την μέρα, κ δεν μπορώ να μείνω για κουβέντα"

Βλάκα.

 

6/7/15

Μετά

τι σε κρατά μαζί μετά;

μετά που ξέρεις τες ιστορίες του. τες εμπειρίες του, τες γκόμενες του τες παλιές, τες ιδιοτροπίες του, μετά που ξερεις γιατί εν κοιματε την νύχτα, μαντεύεις ενίοτε σωστά την σιωπή του, που ξέρεις ότι εν θα το ακουσεις ποτέ το συγνώμη αλλά θα κάμει κάτι στην θέση του. Μετά που καταλαβαίνεις ότι εν κάμνει κάτι που κακία, απλά που αναισθησία. μετά που σταματάς να ζηλεύεις παράλογα, που θωρεί γκόμενες στο δρόμο κ εν το κάνεις θέμα, που φκάλλεις τα εσσώρουχα μπροστά του κ εν αντρέπεσαι, κ εν σε θωρεί λαίμαργα, έφαεν σε τόσες φορές. που ξέρεις τες μυρωδιές του, άμα εν καθαρός, άμα στραφεί που την δουλειά, άμα βρωμά ούλλα, τα ωραία κ τα άσχημα, κείνα που σου αρέσκουν κ κείνα που σου φακκούν.

μετά που τούτα ούλλα

που εν μεινίσκει τίποτε καινούριο να πείτε

ή να ανακαλύψετε

πώς καλύφκεται τούτο το κενό;

τι σε κρατά μαζί μετά;