24/9/14

Καφτές Φαντασιώσεις με τον ενοικιαστή! Προσοχή περιέχει υλικό ακατάλληλο



-«ναι; γεια. Εεεε, νομίζω ότι το νερό έμεινε απλέρωτο που τους προηγούμενους»
-«γιατί;»
-«ήρτεν 100 ευρώ, οι φίλοι μου είπαν μου ότι το νερό πας τα 20 που έρκεται»
-«ε την προηγούμενη φορά πόσα σου ήρτε;»
-«μα εν και ξαναήρτεν μου»
-«καλά ρε, έχει 6 μήνες που μηνίσκεις μέσα εν εγύρεψες να πλερώσεις νερό; ήνταλως ενόμιζες ότι ελούνεσουν; Με το νερό της βροσιής; Εννά με ρωτήσεις αν εν και των προηγούμενων, πήεννε πκιέρωστο νερό να μεν το κόψουν ρε καθυστερημένε, κκιλίντζιρε το τζιέρατο σου»



-«ναι γεια. Έλα να σου πω, εστούππωσεν η τουαλέτα, να ρτεις να μας την ξεβουλώσεις;»
-«να πα να γαμηθείς ρε σιέση. Να κόφτεις τον κότσιρο σου μιτσή μιτσή που θέλεις να ρτω να σου ξεμπλοκάρω τα σκατά του, σκατένε»



-«τι κάνομεν καλά;»
-«τα καλά σου τα καλάθκια ρε σκουλλοπάφιτε που μου κουβαλάς κάθε καρυθκιάς καρύδι μες το διαμέρισμα και παρκάρουν παντού και θέλω 15 ομπροστινές πισινές να φκω το πρωί που το πάρκινγκ, μεν μου μιλάς ππούλλι»



-«ναι γεια, εκόλλησεν το κλειδί πας την κλειδαριά και πρέπει να φύουμεν να πάμε δουλειά αλλά εννά αφήκουμε ξεκλείδωτα; Έλα σάστην»
-«τον σιήστο που σε φκαλε γαμώ τον καπηλέ σου να αρκήσω ΕΓΩ στην δουλειά μου επειδή εκόλλησε το κλειδί πας την πόρτα σου και εν μπορείς να αφήκεις ξεκλείδωτα. Που σε ήβρα ρε γαμώτο»



23/9/14

Κεφάλαιο 2ο Μέρος Β


Τον ακολούθησα σε ένα θορυβώδες καφέ, τέτοια ώρα είναι γεμάτο με φοιτητές που μιλούν και γελούν δυνατά. Με οδήγησε σε ένα τραπέζι που ήταν άδειο στο πίσω μέρος λίγο αποκομμένο από το κύριο μέρος του χώρου.
«Αυτό είναι τέλειο για την περίσταση».
Μου τράβηξε την καρέκλα ευγενικά για να καθίσω και κάθισε δίπλα μου.
«Μπορώ να πω το ότι μιλάς ιταλικά είναι απίστευτα βολικό, αλήθεια πώς και μιλάς ιταλικά; Όλο αυτό θα ήταν πιο δύσκολο αν θα σου τα εξηγούσα όλα στα ελληνικά.»
«Σπούδασα στην Ιταλία τέχνες, και επίσης η μαμά μου είναι ιταλίδα, ήρθε στην Ελλάδα λόγω έρωτα.»
«Άρα και εσύ είσαι μισή ιταλίδα; Καταπληκτικό, αν και δεν σου φαίνεται πολύ, πρέπει να είναι από τον βορρά η μαμά σου.»
«Ναι, ναι είναι από βόρεια, πως έβγαλες αυτό το συμπέρασμα;» είπα χωρίς κανένα ενδιαφέρον και φανερά εκνευρισμένη, δεν ήρθα εδώ για να μιλήσουμε για μένα στο κάτω, κάτω.
«Εε, το δέρμα σου είναι αρκετά λευκό και τα μάτια σου πράσινα, όσο δυνατά γονίδια και να έχει ο πατέρας σου τίποτα δεν αντιστέκεται στο μελαχρινό την Νότιας Ιταλίας. Δεν βλέπεις εμένα;» είπε δείχνοντας μου με μια κοφτή κίνηση το πρόσωπο του. Μελαχρινός, με σκούρα καφέ μάτια, αξύριστος για δύο-τρεις(;) μέρες εύκολα κατάλαβα τι εννοεί.
            Σταύρωνω τα χέρια μου και σφίγγω τα χείλη μου, δεν ήρθαμε εδώ για κοινωνικοποίηση. Τον κοιτώ έντονα περιμένοντας τις εξηγήσεις του. Βλέποντας το ύφος μου, τσάκισε ο ενθουισαεμός του. Ξαφνικά μου φάνηκε κουρασμένος καθώς έσκυψε το κεφάλι και έτριψε απαλά το σβέρκο του με το χέρι. Η σερβιτόρα έφερε τον χυμό του και τον καφέ μου κοιτάζοντας μας αβέβαια αν ήταν καλή στιγμή να διακόψει. Έφυγε αθόρυβα, η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα είναι απτή.
«Λοιπόν Άννα, δεν θα ακολουθήσω ακριβώς το πρωτόκολλο, με δυσκολεύεις λίγο, απ` ότι φαίνεται δεν θα μιλήσεις αν δεν μιλήσω εγώ πρώτα.»
Συμφώνησα κουνώντας το κεφάλι μου, πολύ σωστά κατάλαβε.
«Αλλά πρώτα πρέπει να μου πεις ένα πράγμα, μόνο ένα και μετά θα μιλήσω εγώ, εντάξει Άννα;» με παρακάλεσε
«Εντάξει, αυτό φαντάζομαι μπορώ να το κάνω.»
«Γιατί αντέδρασες έτσι όταν με είδες; Δεν νομίζω να είμαι τόσο τρομακτικός, ακόμα και αξύριστος δεν δικαιολογείτε τέτοια αντιμετώπιση.»
            Αυτό θέλει να μάθει; Αυτό πρέπει πρώτα να μοιραστώ μαζί του, το μόνο που δεν θέλω να πω; Και γιατί πρέπει να πω αλήθεια σε ένα ξένο που γνώρισα πριν μία ώρα; Μπορεί να τον "ξέρω" εδώ και καιρό αλλά αυτό ήταν μόνο στον ύπνο μου. Αν και νιώθω αφάνταστα άνετα μαζί του δεν άλλαζει το γεγονός ότι μόλις τον γνώρισα. Όμως υποσχέθηκε απαντήσεις, αν πω ψέματα πόσο θα κρίνει αυτό την έκβαση της συζήτησης; Γιατί με την πρώτη του ερώτηση χτύπησε κατευθείαν στο ψαχνό; Αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο, στο κάτω, κάτω σιγουρεύτηκα πλήρως ότι υπάρχει, μέχρι και η σερβιτόρα του πήρε παραγγελία. Άρα ένας άντρας που έβλεπα στο όνειρο μου με πλησίασε και υποσχέθηκε να εξηγήσει, θα χάσω την ευκαιρία να ακούσω τι έχει να πει; Πήρα μια βαθιά ανάσα.
«Πιστεύω ότι αυτό πω ακούγεται λίγο παρανοϊκό αλλά πραγματικά νιώθω ότι δεν θα με κοροϊδέψεις, γι` αυτό και θα σε εμπιστευτώ. Εδώ και λίγο καιρό σε ξέρω, σε βλέπω στο όνειρο μου. Σχεδόν κάθε βράδυ σε ονειρεύομαι, όχι στο περίπου αλλά ακριβώς, το πρόσωπο σου, το σώμα σου, κάποιες εκφράσεις σου και, και με κάνεις να νιώθω καλά. Μου προκαλείς καλά συναισθήματα και ασφάλεια» η φωνή μου ακολούθησε ένα απότομο ντεκρεσσέντο και έσβησε καθώς πρόφερα την τελευταία λέξη. 
«Με βλέπεις στον ύπνο σου; Από πότε;»
Η φωνή του ήταν σταθερή και αυτό με χαροποίησε, δεν με θεωρεί τρελή, απλά θέλει λεπτομέρειες. Το ότι τον ονειρευόμουν ήταν γι` αυτόν λογικό και αποδεκτό.
«Περίπου ένα μήνα; Πάνω κάτω, αλλά στην αρχή απλά σε έβλεπα στιγμιαία και συνεχώς περισσότερο, τις τελευταίες τρεις τέσσερις μέρες έβλεπα αποκλειστικά εσένα.»
Σκεφτικός πήρε το βλέμμα του από πάνω μου και ατένισε έξω. Έμοιαζε να διάλεγε από μέσα του προσεχτικά τις λέξεις για να συνεχίσει.
«Λοιπόν Άννα μου εδώ θα ξεκινήσω εγώ να σου πω αυτά που ορίζει το Πρωτόκολλο και στην συνέχεια να απαντήσω ό,τι ερώτηση θα έχεις. Εντάξει;»
Έγνεψα καταφατικά και αμέσως άρχισε να μιλάει με ένα ήρεμο και επαγγελματικό τόνο.
«Ονομάζομαι Ρομπέρτο Ντονάτο και είμαι υπεύθυνος στρατολόγησης του Οργανισμού ΥπερΝοήμονων Ευρώπης.