30/4/14

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ (ΓΙΑ ΑΓΡΙΟΥΣ) #3: Η κ. Μαννή




Εν ξέρω παιθκιά είμαι στα όρια μου.
Ας πούμε ο κόσμος είναι καθυστερημένος. Εν πρέπει να γράφω για συναδέλφους κλπ αλλά φτάννω εχτός εαυτού. Θέλω να δέρω κόσμο.
Ας πούμε λαλώ σου κάτι να κάμεις επειδή εν η μαυρογέριμη η δουλειά σου να το κάμεις και επειδή εν έχεις άλλο προσόν, εβάλαν σε να μου υπακούεις, εμένα και 2-3 άλλους. Αν πρέπει να σου πω ένα πράμα 1200 φορές και πάλε να μεν το κάμνεις και τελικά να το κάμνω εγώ ανάθεμαν τα, είσαι ένα βάρος της επιχείρησης και εν σου αξίζει τίποτε. Η δουλειά σου είναι να απαντάς τα τηλέφωνα και να μου λαλείς ποιος είναι.  Κάμνεις και άλλα πράματα όπως να τυπώνεις κόλλες να παραλαμβάνεις τες παραγγελίες και γενικά να κάθεσαι τζιαμέ να γεμώνεις το γραφείο αν έρτει κανένας να μας το πεις.
Και λαλώ σου ΛΑΛΕ ΜΟΥ ΠΟΙΟΣ ΣΤΑ ΑΝΑΘΕΜΑ ΕΝΕΙ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΑΠΟΦΕΥΓΩ. 

1. «ναι Μπεατρίξ ενώνω σε»
«-ποιος ένει κυρία μαννή?»
«ενει ξέρω»
«θέλω να ρωτάς κυρία μαννή»
«να τον ρωτήσω τωρά?»
«ε τωρά εν έχει νόημα, εννά καταλάβει αν θέλω να τον αποφύγω»
«α, ε να σε ενώσω?»
«…, …, …, ναι» (δαμέ στες 3 τελείες καταλαβαίνεται το δράμαν μου)

2. «ναι Μπεατρίξ εν ο κ. Πρήχτης»
«πε του λείπω»
«είπα του είσαι μέσα»
«κυρία μαννή αφού είπα σου πρώτα να με ρωτάς και να μεν τους διάς ριπόρτ»
«ε ερώτησεν με»
«ντάξει, άλλη φορά μεν τους λαλείς, πε τους εννά δεις αν είμαι μέσα, τώρα να της χτυπήσω κλπ οκ?»
«ναι Μπεατρίξ οκ, ενώνω σε»

3. «ναι Μπεατρίξ ενώνω σε»
«ποιος είναι?»
«εν ερώτησα, ου!»
«Καλάν»

4. «ναι Μπεατρίξ εν η κ. Συμπαθητική και θέλει κάτι λογιστικό»
«κ. Μαννή ίντα σχέση έχω εγώ με το λογιστήριο?»
«εζήτησεν σε εσένα αφού»
«ναι, επειδή εν μαζί μου που μιλά για τα άλλα θέματα, αλλά τούτο που θέλει εν μπορώ να το κάμω εγώ επειδή εν του λογιστηρίου ευθύνη»
«οκ»

5. «Ναι Μπεατρίξ πιάννει η κ. Συμπαθητική και ζητά σε πάλε για κείνο που σου είπα»
«Μα κ. Μαννή αφού είπα σου εν είμαι εγώ εν έχω καμία σχέση»
«ε τι να της πω?»
«……ένωσμου την»
Ενώνει μου την.
«Γεια σου Μπεατρίξ θέλω κάτι λογιστικό»
«Συμπαθητική μου εν έχω εγώ καμία σχέση με τούτα τα πράματα, να σε ενώσω με την Συνάδελφο Α να σε βοηθήσει?»
«Α, οκ, ναι φυσικά, ευχαριστώ»
«Οκ ενώνω σε, καλημέρα»
«Καλημέρα»

6. «Ναι Μπεατρίξ εν ο κ. Πρήχτης»
«πε του λείπω»
«ντάξει»
«ευχαριστώ κ. Μαννή»

7. «ναι Μπεατρίξ εν ο κ. Πρήχτης»
«δώσμου τον»
«Μπεατρίξ πρήχτης είμαι, θα έρτω να σου ΄φερω κείνα τα χαρτιά σε καμιά ώρα»
«Ντάξει, εγώ θα λείπω, άφηστα της κ. Μαννής»
«οκ»
Πιάννω την
«κ. Μαννή θα έρτει ο κ. Πρήχτης να μου αφήκει κάτι χαρτιά, πε του λείπω και πιάστα εσύ»

ΚΑΙ ΑΦΗΝΕΙ ΤΗΝ ΜΑΥΡΟΓΕΡΙΜΗΝ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΧΤΗ ΝΑ ΜΕ ΘΩΡΟΥΝ ΟΥΛΛΟΙ, ΣΟ ΑΝ ΕΡΤΕΙ Ο ΠΡΗΧΤΗΣ ΘΑ ΜΕ ΔΕΙ, ΑΡΑ ΕΚΑΤΣΑΜΕΝ ΠΑΝΩ.
 Πιάννω την
«κ. Μαννή κλείστην πόρτα, εννά με δει ο Πρήχτης που εννά έρτει»
«οκ»
Η ΠΟΡΤΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΕΝ ΑΝΟΙΧΤΗ
Πιάννω την
«κόρη μαννή με κείνη την πόρτα τι θα γίνει?»
«οκ»
Η ΠΟΡΤΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΕΝ ΑΝΟΙΧΤΗ
Πάω διώ της μια και κλείει και λαλώ της «ποσες φορές πρέπει να σου το πω?»
.
.
.
.
.
.
Ξαναννοίει την πόρτα «3 λεπτά να κάμω φραπέ»
Ήρτεν ο πρήχτης, έπρησε με
.
.
.
.
.
Και τωρά ήρτεν να της βάλω κλιπς στο συρραπτικό

28/4/14

Κεφάλαιο 1ο Μέρος Β



«Καλημέρα μαμά» είπα χαμογελαστά και προχώρησα προς τα παράθυρα να τραβήξω τις κουρτίνες. Το πρωινό κίτρινο φως χύθηκε  το δωμάτιο.
«Μπήκε για τα καλά η άνοιξη, ζεστάθηκα σήμερα στον δρόμο, έβγαλα και την ζακέτα μου» συνέχισα στον ίδιο τόνο κατεβάζοντας το βάζο με τα πεθαμένα λουλούδια από το ράφι.
«Θα πρέπει να σου φέρω καινούρια λουλούδια αύριο, αυτά έχουν μαραθεί» και για πρώτη φορά σήμερα γυρνώ αργά τα μάτια μου να κοιτάξω την μητέρα μου με την ίδια ελπίδα που το κάνω κάθε πρωί. Ίσως σήμερα, ίσως σήμερα να αντικρίσω το βλέμμα της, τα πράσινα μεγάλα της μάτια ίδια με τα δικά μου να με κοιτάζουν. Και όπως κάθε μέρα το βλέμμα μου αντικρούεται στα κλειστά της βλέφαρα που την αιχμαλωτίζουν και την κρατούν μακριά.
«Τα μαλλιά σου θέλουν χτένισμα σήμερα» χαμογέλασα κρύβοντας την απογοήτευση στην φωνή μου και πήρα την βούρτσα για να χτενίσω τα μαλλιά της μητέρας μου όσο εκείνη ξάπλωνε ακίνητη σαν άγαλμα, εγκλωβισμένη εδώ και μήνες μεταξύ ζωής και θανάτου.
Το σώμα της είναι εδώ αλλά αυτή αγνοείται. Ίσως να είναι εδώ, ίσως είναι στο σώμα της μέσα ψάχνοντας ένα τρόπο να ανανήψει, ίσως είναι στο δωμάτιο ψάχνοντας ένα τρόπο να διαφύγει, δεν ξέρω, δεν ξέρω αν με ακούει, αν με νιώθει, αν καταλαβαίνει ότι είμαι εδώ κοντά της, κάθε μέρα. Κάθε μέρα ψάχνοντας ένα τρόπο να επικοινωνήσω, να την φέρω πίσω κοντά μου, να μην μείνω εντελώς μόνη, να μην ακολουθήσει τον πατέρα μου στον θάνατο. Το χαμόγελο μου σφίχτηκε, προσπαθώντας να διατηρηθεί, αυτή η σκέψη είναι δύσκολη από όλες τις μεριές. Ο πατέρας μου νεκρός, η μητέρα μου κάπου στο ενδιάμεσο, και εγώ εδώ, να υπάρχω, να διατηρούμε στην ζωή, να μην ζω, απλά να υπάρχω, ανάσα μέσα ανάσα έξω, ανάσα μέσα ανάσα έξω, ανάσα μέσα ανάσα έξω, ξανά και ξανά.
«Καλημέρα Άννα, βλέπω χτένισες την Μπιάνκα σήμερα, στις ομορφιές της» χαμογέλασε ευγενικά ο γιατρός διακόπτοντας με την πιο κατάλληλη στιγμή.
«Ναι, ναι γιατρέ , όμορφη δεν είναι;» χαμογέλασα πίσω. Το χαμόγελο μου άρχισε να με κουράζει και ασφυκτιούσα.
«Λοιπόν εγώ θα πρέπει να φύγω, να σας αφήσω να κάνετε και εσείς τις εξετάσεις που χρειάζεται. Γεια σου μαμά» ψυθίρισα τρυφερά σκύβοντας να φιλήσω την μαμά μου στο μέτωπο, «γεια σας κ. Γεωργίου, θα σας δω αύριο» είπα δυνατά καθώς εκείνος κοίταζε το διάγραμμα της μαμάς μου.
Μη περιμένοντας για την απάντηση του πετάχτηκα έξω από το δωμάτιο και βάδισα γοργά στον ανελκυστήρα πάτησα βίαια το κουμπί. Αργεί πολύ, λες και το κάνει επίτηδες την στιγμή που δεν έχεις χρόνο, που δεν κρατιέσαι άλλο να καθυστερεί σαδιστικά. Επιτέλους άνοιξε η πόρτα και χώθηκα μέσα μόνη μου. Η πόρτα έκλεισε και εγώ απελευθέρωσα τον εαυτό μου για λίγο. Άφησα το χαμόγελο μου να μαραθεί και να μου ξεφύγουν δάκρυα που ανακούφισαν λίγο τον κόμπο στον λαιμό. Το καμπανάκι με προειδοποίησε ώστε να σκουπίσω βιαστικά τα μάτια μου και να βάλω τα ακουστικά μου. Δεν είναι ακόμα ώρα για να σκεφτώ οτιδήποτε και να καταρρεύσω, έχω μια ολόκληρη μέρα μπροστά μου.
Φτάνοντας στο γραφείο προσπερνώ γρήγορα τις καλημέρες, ποτέ δεν ήμουν πολύ φιλική, όχι εχθρική απλά άνθρωπος που κρατά αποστάσεις, δεν με πολυνοιάζει να ξεκινήσω ψιλοκουβέντα και να προσποιούμαι ότι ενδιαφέρομαι για άσχετους. Κοίταξα γύρω μου πόσο διαφορετικός είναι ο χώρος τώρα που η άνοιξη μπήκε για τα καλά. Φτιαγμένος από μέταλλο και γυαλί όχι μόνο επιτρέπει σε κάθε ακτίνα να διεισδύσει αλλά λες και την πολλαπλασιάζει ώστε σχεδόν να λάμπει όλο το μέρος. Το καλλιτεχνικό μου μάτι τα διέκρινε όλα αυτά, και πάντα εντυπωσιαζόμουν από την ομορφιά των απλών πραγμάτων, τώρα τελευταία δεν με χαροποιούσαν όμως και τόσο πολύ. Τι να το κάνεις το φως και τις ακτίνες όταν έχουν καταρρεύσει τα πάντα, όταν εκεί που ήταν τα όνειρα και η ζωή σου τώρα υπάρχει μια τρύπα;
«Καλημέρα» μου φώναξε η Κάτια, η μόνη φίλη που απέμεινε, ο μόνος συνδετικός κρίκος με την παλιά μου ζωή.
«Όλα καλα? Κουρασμένη μου φαίνεσαι σήμερα».
«Καλά, μια χαρά, ίδια κατάσταση»
Μου χαμογέλασε και δεν ρώτησε παραπάνω.
«Είσαι στο τηλέφωνο 12» μου είπε για να μην χρειαστεί να κοιτάξω το προγραμμα.
Η μέρα περνά ήσυχα, με καφέ και πολλή κουβέντα στο τηλέφωνο. Η δουλειά μου έιναι να ρωτώ τηλεφωνικώς τον κόσμο την άποψη του σε θέματα που μου είναι αδιάφορα και μετά να την καταγράφω. Το καλό είναι ότι πολλοί έχουν άποψη και θέλουν να την πουν, κάτι που κάνει την δουλειά μου εύκολη.
Στην επιστροφή αποφάσισα ότι θέλω να περπατήσω αντί να πάρω το μετρό. Θα περπατούσα μέχρι μια στάση του λεωφορείου και θα το έπαιρνα αυτό για σπίτι. Περπατούσα αργά χαζεύοντας γύρω μου με τα ακουστικά στα αυτιά μου και την μουσική δυνατά. Παρατηρούσα τον κόσμο, τις βιτρίνες, τα αυτοκίνητα, μου αρέσει να είμαι στην πόλη, μια ξένη ανάμεσα σε άλλους ξένους, μια άγνωστη. Χωρίς ταυτότητα. Δεν είμαι η Άννα, που σπούδασε καλές τέχνες, που έχασε τον πατέρα της σε αυτοκινητιστικό πριν τρεις μήνες και η μητέρα της είναι εδώ και δεν είναι, η Άννα που δεν μπορεί πλέον να ζωγραφίσει, που το υποσυνείδητο της έχει παραπάνω φαντασία από το συνειδητό της. Είναι άνοιξη. Είχα σχέδια κάποτε για την άνοιξη, θα ήθελα να συμμετέχω σε μια έκθεση την άνοιξη, θα είχα 25 πίνακες προς πώληση, και όχι 9 μισοτελειωμένους πίνακες ακουμπισμένους στον τοίχο πίσω από τον καναπέ στο σαλόνι.
Και τότε τον είδα!

25/4/14

Κεφάλαιο 1ο-Μέρος Α



Ακόμα μια νύχτα περνά πολύ αργά. Το πρώτο φως με βρίσκει ξύπνια. Έκανα ότι ήταν δυνατόν να ναρκώσω τον εαυτό μου, να μην σκέφτομαι τίποτα αλλά απόψε δεν τα κατάφερα. Όλοι οι τρόποι που χρησιμοποιώ για να παγώνω τις σκέψεις κάποιες φορές αποτυγχάνουν και ξυπνώ πιο κουρασμένη από ότι ήμουν. Προσπαθώ πάντα να είμαι εξαντλημένη όταν ξαπλώσω, ή να έχω ίλιγγο από την πολλή ώρα στον υπολογιστή ώστε να περάσει η νύχτα χωρίς τις σκέψεις να με αναστατώνουν.
Θα πρέπει να σηκωθώ σε λίγο. Σε τέσσερα λεπτά θα χτυπήσει το ξυπνητήρι. Πάλι κουρασμένη. Τρία και είκοσι. Και δεκαεννιά. Είκοσι δύο χρονών, απογοητευμένη.
Αργά σηκώνομαι και αμέσως μετανιώνω, ξανάξαπλώνω αλλά δεν με παίρνει καθόλου, θα αργήσω πάλι και δεν κάνει. Τουλάχιστον όσο πιο γρήγορα φύγω τόσο πιο γρήγορα θα επιστρέψω στο σπίτι μου. Όχι πως περνώ πολύ ωραία στο σπίτι μου,  απλά εδώ δεν χρειάζεται να προσποιούμαι.
Ένας άντρας περνά από το μυαλό μου στιγμιαία. Ένας άγνωστος άντρας που βλέπω σχεδόν κάθε νύκτα στο όνειρο μου. Το κερασάκι στην τούρτα, ένας άγνωστος να πολιορκεί τον ύπνο μου σαν καμιά κοινή γκόμενα με ονειρώξεις. Ένας μελαχρινός γεροδεμένος άντρας να με κοιτάζει σοβαρά, να φαίνεται ότι αναρωτιέται για` μένα. Δεν μπορώ καν να καταλάβω αν μου προκαλεί ανακούφιση η παρουσία του ή το αντίθετο, που με κοιτάζει με τα σκούρα του μάτια κάθε βράδυ τις τελευταίες μέρες.
Έχω πλέον μόνιμα κατήφεια. Μετά τις σπουδές μου επέστρεψα πίσω με βαριά καρδιά αλλά με ανυπομονησία για το μέλλον. Δεν έβρισκα δουλειά και δεν ήταν και κανένα σπουδαίο νέο. Είχα υπομονή και ελπίδα για κανένα διαφημιστικό γραφείο. Δεν βρήκα κάτι έτσι κι αλλιώς δεν το είχα και κύριο σκοπό. Έκανα άλλο σχέδιο. Βρήκα μια δουλειά να κάνω ότι να` ναι απλά για να κοινωνικοποιηθώ και να βγάζω κάποια χρήματα και άρχισα μόνη μου να δημιουργώ τους δικούς μου πίνακες. Ένα σχέδιο που πάγωσε και έμεινε σχέδιο. Και αυτό με ενοχλεί,  στην αρχή ήταν ένα τίποτα, ένα αγκάθι στο πίσω μέρος του μυαλού μου, το οποίο όμως σταδιακά μεγαλώνει και μεγαλώνει, επεκτάθηκε σε όλο μου το σώμα και τώρα το νιώθω σε κάθε μου κίνηση σε κάθε μου σκέψη. Οι δικοί μου πίνακες δεν υπάρχουν , οι δικοί μου πίνακες είναι κενοί και τα μυαλό μου σαν τηλεόραση που δεν βρίσκει σταθμό. Μακάρι να ήταν το μόνο μου αγκάθι αυτό, μακάρι να να μπορούσα να ξεχάσω για λίγο το παρόν και να νιώσω όπως ένιωθα πριν έξι μήνες, μακάρι να μην ήμουνα τόσο χαμένη, μουδιασμένη, και να μην ένιωθα τόσο ανήμπορη. Το αστείο είναι ότι οι καλλιτέχνες λογικά εμπεονται από τα τραγικά συμβάντα. Ξέρω? Ίσως τελικά να μην είμαι ούτε καλλιτέχνης. 
Δεν μπορώ να το χωνέψω ότι αυτή είναι η ζωή μου. Και έτσι ξεκινά η μέρα μου.
Χαμένη στις σκέψεις βγαίνω από το σπίτι. Μηχανικά πατώ το κουμπί του ανελκυστήρα κοιτάζοντας με στον καθρέφτη, ούτε ξέρω τι φόρεσα πριν φύγω απ` το σπίτι. Πράσινη ζακέτα, λευκή μπλούζα, γκρίζα ίσια φούστα πάνω από το γόνατο. Τουλάχιστον δεν έχω χάσει το στυλ μου. Παρατηρώντας με νιώθω ακόμα ένα κύμα απογοήτευσης να ανεβαίνει και να κάθεται στο πίσω μέρος του λαιμού μου. Το πρόσωπο μου θαμπό και κουρασμένο, όλη μου η ύπαρξη σε όλα τα επίπεδα νιώθει θλίψη. Δεν θέλω αυτή τη ζωή, νιώθω πως δεν είναι στο χέρι μου να την αλλάξω.
Βγαίνω στον δρόμο και βάζω τα ακουστικά μου. Δυναμώνω την ενταση και περπατώ ως το μετρό. Όσο πιο δυνατά τόσο καλύτερα, τόσο πιο δύσκολο να σκεφτώ, απλά χάνομαι στην μουσική και παρασύρομε στον ρυθμό. Πριν λίγο καιρό αυτές οι ώρες στον δρόμο ήταν οι χειρότερες, oι ώρες που περνούσα στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Δεν είχα τίποτα να κάνω και σκεφτόμουν συνέχεια συνέχεια συνέχεια μέχρι να φτάσω στον προορισμό. Τώρα τα ακουστικά έχουν γίνει απαραίτητα για τις διαδρομές μου στην Αθήνα και δεν θα μπορούσα να είναι πιο ευγνώμων.
Το καμπανάκι ενός άλλου ανελκυστήρα με διακόπτει, έφτασα στον πέμπτο. Παίρνω μια βαθιά αναπνοή.  Στην αρχή πίστευα ότι με τον καιρό θα γινόταν πιο εύκολο αλλά δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από το ότι «ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα». Μπορεί να γίνεται και χειρότερο, δεν ξέρω, δεν θέλω να το σκεφτώ. Η πόρτα πάει να κλείσει και με διακόπτει με αγένεια. Πετάγομαι και προλαβαίνω να βρεθώ έξω στον διάδρομο του νοσοκομείου. Ένα τυπικό νοσοκομείο, ξεπλυμένο πράσινο και κίτρινο, χαρακτηριστική μυρωδιά και ησυχία. Καλημερίζω τις νοσοκόμες χωρίς να τις αντικρίζω, δεν συναντώ τις ανυπόφορες ματιές τους, γεμάτες συμπόνια. Ποτέ δεν ήμουν άνθρωπος που ήθελα να έχω την προσοχή πάνω μου, και όλη αυτή η τυπική συμπαράσταση μου χτυπά στα νεύρα. Σταματώ έξω από την πράσινη πόρτα με τον αριθμό 522. Περνώ τα χέρια μου μέσα στα μαλλιά μου ανακατεύοντας τα ελαφρά, τεντώνομαι λες και τινάζω κάτι από πάνω μου, λες και με μια κίνηση μπορώ να πετάξω όλη την κατάθλιψη, χαμογέλασα δοκιμαστικά δύο τρεις φορές και μπήκα φουριόζα στο δωμάτιο.
«Καλημέρα μαμά»

23/4/14

Άτομα τα οποία ο κόσμος θα ήταν καλύτερος διά της απουσίας τους



23. Άτομα που χρησιμοποιούν τες τρεις τελείες.
Χριστός Ανέστη…
Χρόνια πολλά…
Καλά…εσυ?
Γειά…
Τάχα τι ρε μαλάκα? Πόσην θλίψη? Φακκάς μου φακκάααααααααααας μου και εσυ΄και οι 3 τελείες σου.
Το «Χριστός Ανέστη…» με το «Χριστός Ανέστη.» τι διαφορά έχουν εχτός που το δράμα σου στις 3 τελείες που προσθέτεις?
…=θέλω σημασία