12/5/14

Κεφάλαιο 2ο Μέρος Α



Οι μέρες περνούν η μία μετά την άλλη και εγώ άρχισα να κάνω πολύ καλή δουλειά με τις σκέψεις για τον ανύπαρκτο άντρα, είναι πλέον πολύ εύκολο να τον αποκλείσω από το μυαλό μου. Όπως και όλα τα άλλα τον αποθήκευσα σε κάποιο μέρος στο κεφάλι μου. Σαν ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής που ότι όταν αδυνατεί να χειριστεί όλα τα δεδομένα σβήνει, το ίδιο και εγώ. Το βράδυ είναι που χάνω το παιχνίδι, στα όνειρα μου.
Σε διάστημα μισού μήνα ο καιρός άλλαξε δραστικά, είναι ζέστη και ηλιοφάνεια. Τα μπουφάν διαδέχτηκαν απαλές λεπτές ζακέτες και ανοικτά παπούτσια. Φεύγοντας από το νοσοκομείο αποφάσισα να μην πάω δουλειά σήμερα. Θα πάω μια βόλτα στο κέντρο, θα μου κάνει καλό μια αλλαγή στην ρουτίνα μου. Ίσως ξαλαφρώσει και λίγο η καρδιά μου από το περίεργο ύφος του γιατρού που δεν τόλμησα να ρωτήσω τι το προκαλούσε. Τι να είδε στο διάγραμμα της μαμάς μου που τον προβλημάτισε;
Κατέβηκα από το μετρό στην στάση ‘Πανεπιστήμιο’ ανάμεσα σε σπρωξίδια, ο κόσμος είναι πάντα πολύς στο κέντρο την πόλης. Ανέβηκα με τις κυλιόμενες για να αντικρίσω το γνωστό σκηνικό που πάντα μου άρεσε. Κόσμος να πηγαινοέρχεται και να μαζεύεται στις διασταυρώσεις, αυτοκίνητα να περνούν από την πλατιά λεωφόρο, σκύλοι να κοιμούνται στα παρτέρια με το γκαζόν, νεαροί να χαλαρώνουν στα παγκάκια μπροστά στα υπέροχα κτίρια του Πανεπιστήμιου. Οι τουρίστες να ατενίζουν μια από τις πιο όμορφες περιοχές της πόλης, το καυσαέριο να ανιχνεύεται εύκολα από την μύτη και να νιώθω την ζεστή αύρα της ασφάλτου. Βιαστικοί άνθρωποι να μπαινοβγαίνουν στα λεωφορεία που σταματούν για λιγότερο από μισό λεπτό, η ζωή μιας πολύ δραστήριας πόλης.
Κοίταξα γύρω μου απολαμβάνοντας την ανωνυμία μου και το βλέμμα μου έπεσε σε ένα πάγκο που πουλάει κουλούρια, το στομάχι μου αναδεύτηκε ηχηρά. Πήρα ένα κουλούρι και ένα μπουκαλάκι νερό από ένα πλανόδιο πωλητή και κάθισα σε ένα παγκάκι. Άρχισα να μασουλάω αργά το κουλούρι μου απολαμβάνοντας τις απαλές αχτίδες του ήλιου πάνω μου, αναλογιζόμενη πόσο άλλαξα τον τελευταίο καιρό και πόσα πράγματα κατανόησα. Πάντα πίστευα ότι ήμουν ανεξάρτητη και ότι δεν βασιζόμουν στους γονείς μου αφού σπούδασα μόνη μου σε μια ξένη χώρα και ζούσα μόνη μου από τότε που επέστρεψα. Τα λεφτά ποτέ δεν ήταν πρόβλημα, πάντα έρεαν άφθονα στην οικογένεια μου και έτσι μου πήραν ένα δικό μου διαμέρισμα που διαμόρφωσα σαν ατελιέ με το φως να διαχέεται παντού, ζεστό και αρτίστικο. Ήμουν ευτυχισμένη και πλήρης και ανυπόμονη να ξεκινήσω μια καινούρια ζωή, θα ζωγράφιζα μόνη μου αφού δεν έβρισκα δουλειά που να μου άρεσε, μπήκα στην εταιρεία για να γνωρίσω κόσμο και να κάνω φίλους αφού όλη η παρέα της φοιτητικής μου ζωής έμενε σε άλλη χώρα.
Και μετά γκρεμίστηκαν όλα. Μια μέρα σαν όλες τις άλλες βρέθηκα να τρέχω στο νοσοκομείο και στο νεκροτομείο να παραλάβω τον νεκρό μου πατέρα. Να κανονίζω την κηδεία του και να βρίσκω το σκούρο του καινούριο κουστούμι. Και η μητέρα μου σε κώμα, δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να αποχαιρετήσει τον άντρα της ζωής της. Από τότε βουλιάζω χωρίς σταματημό, πέρασα ώρες μπροστά στο καβαλέτο προσπαθώντας να ζωγραφίσω κάτι, αλλά τίποτα δεν μου έβγαινε, ένα κενό στο μυαλό μου, μέχρι που τα παράτησα. Δεν ξέρω πόσο καιρό θα συνεχίσω έτσι. Μπορεί να βαρεθώ τελικά και να αναγκαστώ να κάνω κάτι, αλλά προς το παρόν είμαι ικανοποιημένη με το να σταματώ τις σκέψεις μου και να χαμογελώ κάθε πρωί στο δωμάτιο της μητέρας μου ελπίζοντας ότι την βοηθώ με κάποιο τρόπο. Δεν ήξερα πως να ζήσω σε ένα κόσμο που δεν υπάρχει ο πατέρας μου και ακόμα δεν έχω μάθει. Προσπαθώ όπως μπορώ να κρατήσω τουλάχιστον την μητέρα μου σε αυτόν τον κόσμο.
«Καλημέρρα» μια βαθιά φωνή με ξένικη προφορά με διακόπτει.
Κοίταξα προς το μέρος του άντρα που στέκεται μπροστά μου και κρύβει τον ήλιο. Δεν διεκρίνω καλά το πρόσωπο του αφού ο ήλιος σχηματίζει ένα φωτεινό στεφάνι γύρω από το κεφάλι του.
«Καλημέρα, πως μπορώ να σας βοηθήσω;» απάντησα σκύβοντας το κεφάλι μου να αποφύγω τις πολύ λαμπερές αχτίνες.
«Θα ήθελα να μου λέτε όνομά σας» είπε μισογελώντας και κάθισε στο παγκάκι δίπλα μου αλλά όχι κοντά μου. Τουλάχιστον δεν παραβιάζει τον προσωπικό μου χώρο.
«Και γιατί να σας πω το όνομα μου» συνεχίζω στα ελληνικά, αν και φαίνεται ξεκάθαρα από τον τρόπο που μιλά ότι δεν είναι από εδώ. Στρέφω το κεφάλι μου στο πλάι για να τον αντικρίσω και πάγωνω.
Αυτό που τώρα ζω δεν γίνεται, δεν υπάρχει, δεν γίνεται, αρνιέμαι να το πιστέψω, αρνιέμαι να ενδώσω, το μυαλό μου δεν μπορεί να συγκεντρωθεί πουθενά, παρά μόνο για να παράγει για μένα αυτή την παραίσθηση. Τα αυτιά μου βουίζουν ελαφρά καθώς αρχίζω να τρέμω. Έκλεισα τα μάτια μου και άρχισα να αναπνέω βαθιά.
«Σινιορίνα είστε οκ;» η φωνή συνέχιζει να ακούγεται.
Ανοίγω τα μάτια μου και κοιτάζω τον άντρα δίπλα μου. Δίπλα μου στο παγκάκι κάθεται ο άντρας που βλέπω κάθε βράδυ στο όνειρο μου. Πρέπει να προσπαθήσω να συγκεντρωθώ, να βρω κάποιο ψεγάδι στην μορφή του, κάτι που θα υποδεικνύει ότι είναι παραίσθηση αλλά είναι τέλειος. Το μυαλό μου κάνει καλή δουλειά παράγοντας αυτή την παραίσθηση. Εκείνος μου χαμογελά και πάει να μιλήσει. Έντρομη σηκώνω το χέρι μου και του κάνω νόημα να σωπάσει, ο βόμβος στα αυτιά μου κλιμακώνεται. Δεν θέλω να ακούσω τον ήχο της φωνής του, τον ήχο που θα μου πει έμμεσα ότι είμαι τρελή.
            Βάζω το πρόσωπο μου στα χέρια μου και μένω σκυφτή για λίγο για να συνέλθω. Πανικόβλητο το μυαλό μου προσπαθεί να βρει κάποιο τρόπο να ξεφύγω, να σβήσω αυτό που ζω, αυτό που νιώθω, αυτό που μου συμβαίνει αυτή ακριβώς την στιγμή. Χιλιάδες σκέψεις περνούν από το μυαλό μου και συνάμα καμία δεν έχει νόημα. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε, δεν μπορώ να βγάλω άκρη, πρέπει να φύγω, πρέπει να πάω κάπου ήσυχα να ηρεμήσω.
            Χωρίς να στρέψω τα μάτια και να τον αντικρίσω σηκώνομαι απότομα και χωρίς δεύτερη σκέψη αρχίζω να τρέχω προς τον δρόμο, να βρω ένα ταξί, δεν αντέχω να περιμένω το μετρό. Και η φιγούρα του μυαλού μου αντιδρά όπως ακριβώς το περίμενα.
«Εε, περρίμενε» φωνάζει με αγωνία και τρέχει πίσω μου.
Δεν γίνετε να μου συμβαίνει αυτό, αν είναι δυνατόν να με καταδιώκει η φαντασία μου. Ένα λεωφορείο σταματά λίγα μέτρα πιο μπροστά μου και ανοίγει τις πόρτες, συνωστισμένοι επιβάτες κατεβαίνουν βιαστικοί και περπατούν αντίθετα από μένα. Μου είναι αδύνατο να κινηθώ γρήγορα και προσπαθώ να περάσω σπρώχνοντας. Παγώνω καθώς ένα χέρι με ακουμπά στον ώμο τραβώντας με, με δύναμη προς τα πίσω. Αναγκασμένη να σταματήσω από την δύναμη της λαβής γυρνάω το πρόσωπο μου προς τα πίσω απλά για να βεβαιωθώ ότι με σταμάτησε ο μελαχρινός άντρας. Έχει ένα απολογητικό ύφος και με πλησιάζει άγαρμπα σκοντάφτοντας σε ένα περαστικό. Αυτό είναι παράλογο, ή μήπως..;
«Πρόσεχε άνθρωπε μου που πηγαίνεις» ακούω τον βιαστικό κύριο να απευθύνεται στον φανταστικό μου καταδιώκτη.
«Scuzi» απολογείτε αδιάφορα μη παίρνοντας τα μάτια μου από πάνω μου. Τον βλέπει; Ο άγνωστος βλέπει τον φανταστικό μου φίλο;
«Μισό λεπτό», του μιλώ πανικόβλητη, «βλέπετε αυτόν τον άντρα;»
«Με κοροϊδεύεις κοπέλα μου;»
«Όχι, όχι σας παρακαλώ απαντήστε μου, βλέπετε αυτόν τον μελαχρινό άντρα;» πρέπει να μου απαντήσεις ήθελα να φωνάξω αλλά κρατήθηκα.
«Α για να σου πω βιάζομαι και δεν έχω διάθεση να με κοροϊδεύετε εσείς οι δυο» απαντά  θυμωμένα και φεύγει χωρίς δεύτερη κουβέντα.
«Εσείς οι δυο;» επανέλαβα ψιθυριζοντας με έκπληξη.
«Τι συμβαίνει σινιορίνα, σε τρόμαξα;» με ρωτά απολογητικά πάλι ο ιταλός.
«Σε είδε, σκόνταψες πάνω του» προφέρω αργά τις λέξεις  τι οποίες επαναλαμβάνω πολλές φορές στο μυαλό μου.
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα» μου απαντά μπερδεμένος.
«Αυτός ο κύριος, που κατέβηκε από το λεωφορείο λέω, σε ένιωσε, σε είδε και σε άκουσε, πώς γίνεται αυτό; Αν είσαι φανταστικός πώς συμβαίνει αυτό;»
«Σε παρακαλώ να πούμε αγγλικά, καλά τα ελληνικά μου αλλά όχι πολύ» με πλησιάζει ξανά πολύ αργά και σταθερά φοβούμενος μήπως δραπετεύσω.
Δεν υπάρχει λόγος να τον δυσκολεύω άλλο, αν θα βρω ποτέ μια άκρη πρέπει να βοηθήσω κι εγώ την κατάσταση, πρέπει να μιλήσω στα ιταλικά. Πολύ βολικό να είναι Ιταλός, η μόνη γλώσσα που ξέρω όσο καλά όσο και τα ελληνικά είναι τα ιταλικά, δεν πρωτοτύπησε εδώ η φαντασία μου. Ενθουσιασμένος αρχίζει να μιλά γρήγορα στην γλώσσα του μόλις άκουσε τις λέξεις να βγαίνουν από το στόμα μου. Τον ακούω να φλυαρεί και να μου λέει τι ωραία που είναι εδώ, αυτό δεν μου χρησιμεύει σε τίποτα, πραγματικά αρχίζω να εκνευρίζομαι.
«Σταμάτα άνθρωπε μου» τον διιακόπτω απότομα, «δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω; Είμαι τρελή; Δεν εξηγείτε αλλιώς»
«Μα γιατί να είστε τρελή; Είστε φοβισμένη το καταλαβαίνω, απλά εγώ θέλω να σας μιλήσω και να γνωριστούμε.»
«Και τι να πούμε;» απαντώ με περιέργεια και ελαφρά θυμωμένη από την ανυπομονησία.
«Καταρχήν είμαι ο Ρομπέρτο, Ρομπέρτο Ντονάτο»
Προτείνει το χέρι του για χειραψία ενώ εγώ συνεχίζω να έχω τα χέρια μου σταυρωμένα.
«Ωραία, λοιπόν» συνέχισε αφήνοντας το χέρι του να πέσει στο πλάι, «σε είδα που καθόσουν μόνη σου, φαινόσουν λυπημένη και σκέφτηκα να σου μιλήσω, δεν ήξερα πως θα τρόμαζες τόσο».
Κάνει μια παύση ζυγίζοντας με και κάτι είδε στο πρόσωπο μου που τον ώθησε να συνεχίσει.
«Ξέρεις στην χώρα μου πότε δεν αφήνουμε μια όμορφη κοπέλα να κάθετε μόνη της και να στεναχωριέται»
Με κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπο του που έσβησε γρήγορα αφού εγώ παραμένω πεισματάρικα ακίνητη και σιωπηλή. Αν ο μόνος λόγος που γίνεται αυτό είναι για να μου την πέσει η φιγούρα της φαντασίας μου πραγματικά πρέπει να εγκλειστώ σε κάποιο ίδρυμα.
«Αλήθεια λυπάμαι πολύ που σε τρόμαξα, έλα μαζί μου για ένα καφέ, να ηρεμήσεις λίγο» πρόσθετει απολογητικά, «και ίσως να έχω απαντήσεις για ότι περίεργο βρίσκεις στην κατάσταση».
«Απαντήσεις; Δηλαδή δεν έχω χάσει το μυαλό μου, υπάρχει κάτι περίεργο στην κατάσταση;»
«Ναι, απλά πρέπει να πιστέψεις ότι υπάρχω, και υπάρχω!» γελάει και σκουντάει επίτηδες μια γυναίκα που πέρναγε εκείνη την στιγμή από εκεί.
Το άγριο της βλέμμα ήταν απόδειξη για την ενόχληση που της προκάλεσε ο Ρομπέρτο, σκέφτηκα το όνομα του με κάποια δυσκολία.
«Είσαι δηλαδή ο Ρομπέρτο» λέω  για να το χωνέψω.
«Ναι και εσύ είσαι η …;» ρωτά ξανά με περιέργεια.
«Είμαι η Άννα Καϊξή» είπα κοφτά, «πάμε για τον καφέ που έλεγες;»
Χαμογελά ξανά και μου δείχνει τον δρόμο με το χέρι του. Προχωρώ μπροστά νιώθοντας τα βήματα του πίσω μου. Ακούγονται πραγματικά και όχι της φαντασίας μου. Κάτι μέσα μου σκιρτά.

3 σχόλια: