18/4/14

Γεια σου άγνωστε άνθρωπε



Ήμουν 20άρα. Ήταν καλοκαίρι και εδιάβασα τες τελευταίες γραμμές ενός βιβλίου αργά το βράδυ. Έκλεισα το και έμεινα εκεί να το σκέφτουμαι. Ήταν ένα βιβλίο που τα λίγα που τα διαβάζεις και νιώθεις τους χαρακτήρες, νοιάζεσαι τους. Που τα βιβλία θέλεις να τα «φάεις». Που τα βιβλία είναι σάννα και δεν το διαβάζεις, το ανοίγεις και σε κάθε σελίδα σηκώνονται ολόγραμματα σαν ταινία που σου περιγράφει την ιστορία. Ήταν μαγικό, δεν είχε καμία λογική κείνο το βιβλίο, κάθε συναίσθημα δινόταν με εικόνες, περίεργες καταστάσεις και δύσκολες μεταφέρθηκαν στο χαρτί με παρομοιώσεις ή ωμές περιγραφές. Ο χρόνος κυρτώθηκε, οι ανθρώποι αποκτούσαν περίεργες ιδιότητες, είχαν πάθος, ή γοητευτική απάθεια, ήταν πολλοί  με παρόμοια ονόματα και έτσι εξελισσόταν η γενιά και η ράτσα. Περάσαν δύσκολα, περάσαν καλά, ρεζιλέφτηκαν, τα ξεπεράσαν, ππέσαν σε ατοπήματα, σηκωθήκαν ψηλά και μετά πέσαν χαμηλά χαμηλά, και στην τελική, οι αγώνες τα πάθη και τα βιώματα τόσων ανθρώπων καταλήξαν σε ένα βρέφος, που με τον θάνατο του τους ακύρωσε όλους. Τόσα χρόνια, έγνοιες, καημούς, δάκρυα και χαρές, περιπέτειες, αναζητήσεις, σκέψεις, βάσανα, στο μηδέν στο τίποτε, είτε γίναν είτε όχι, ήταν λες και δεν εγίναν ποτέ. Οι ζημιές και τα στοιχεία ότι υπήρξαν σιγά σιγά σβηστήκαν και οι ιστορίες τους χαθήκαν για πάντα. Λες και δεν ήταν ποτέ. 

Ερούφησε με, τραβήσαν με οι πεταλούδες μες το βιβλίο, έζησα για λίγο στο Μάκοντο. Και στο τέλος το ακύρωσε όλο. Ένιωσα το, το ότι είμαι ένα τίποτε, ένα μηδέν, είμαι στο τωρά και στο λίγο, χωρίς αποτύπωμα. Ότι η μόνη συνέχεια είναι οι απογόνοι, χωρίς απογόνους δεν υπήρξες ποτέ. Ένιωσα κείνο το τίποτε, ότι εκείνο το βρέφος ήταν το μπαούλο των γονιδίων, της ύπαρξης τόσων ανθρώπων, μέσα σε κείνο το βρέφος υπήρχαν εκείνοι όλοι, στο γονιδίωμα του ήταν γραμμένες τόσες ιστορίες, ένιωσα τες ιστορίες γραμμένες στο δικό μου, τα πάθη, τα ψέματα, τες χαρές και την αγάπη στο δικό μου, των προγόνων μου. Πόσο σημαντικό και ταυτόχρονα ασήμαντο μπορεί να είναι ένα άτομο.

Που τότε εξαναδιάβασα το 2 φορές. 

Σήμερα θα το ξαναδιαβάσω, επειδή επέθανε κείνος ο άγνωστος προς εμένα άνθρωπος που το έγραψε. 
Ευχαριστώ

"Before reaching the final line, however, he had already understood that he would
never leave that room, for it was foreseen that the city of mirrors (or mirages)
would be wiped out by the wind and exiled from the memory of men at the precise
moment when Aureliano Babilonia would finish deciphering the parchments, and
that everything written on them was unrepeatable since time immemorial and
forever more, because races condemned to one hundred years of solitude did not
have a second opportunity on earth" –Gabriel García Márquez, One Hundred Years
of Solitude

5 σχόλια:

  1. απλά υπέροχος και μοναδικός. ευτυχώς τα βιβλία του θα μας κρατούν συντροφιά ώσπου να έρθει η δική μας αναχώρηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το τι ήταν και τι επρόσφερε είμαι πραγματικά απερίγραπτο. Τέτοιοι ανθρώποι εν τζιαι πεθανίσκουν ποττέ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Όπως είπα και απ΄εκεί στη Μάνα, αφήνει σε μας, μεγάλη μαγεία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Το DNA του Marquez έχει περάσει ανεξίτηλα στα βιβλία του.
    People spend a lifetime thinking about how they would really like to live...
    Είμαι σίγουρη ότι έζησε στο πλήρες τη Ζωή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή