28/4/14

Κεφάλαιο 1ο Μέρος Β



«Καλημέρα μαμά» είπα χαμογελαστά και προχώρησα προς τα παράθυρα να τραβήξω τις κουρτίνες. Το πρωινό κίτρινο φως χύθηκε  το δωμάτιο.
«Μπήκε για τα καλά η άνοιξη, ζεστάθηκα σήμερα στον δρόμο, έβγαλα και την ζακέτα μου» συνέχισα στον ίδιο τόνο κατεβάζοντας το βάζο με τα πεθαμένα λουλούδια από το ράφι.
«Θα πρέπει να σου φέρω καινούρια λουλούδια αύριο, αυτά έχουν μαραθεί» και για πρώτη φορά σήμερα γυρνώ αργά τα μάτια μου να κοιτάξω την μητέρα μου με την ίδια ελπίδα που το κάνω κάθε πρωί. Ίσως σήμερα, ίσως σήμερα να αντικρίσω το βλέμμα της, τα πράσινα μεγάλα της μάτια ίδια με τα δικά μου να με κοιτάζουν. Και όπως κάθε μέρα το βλέμμα μου αντικρούεται στα κλειστά της βλέφαρα που την αιχμαλωτίζουν και την κρατούν μακριά.
«Τα μαλλιά σου θέλουν χτένισμα σήμερα» χαμογέλασα κρύβοντας την απογοήτευση στην φωνή μου και πήρα την βούρτσα για να χτενίσω τα μαλλιά της μητέρας μου όσο εκείνη ξάπλωνε ακίνητη σαν άγαλμα, εγκλωβισμένη εδώ και μήνες μεταξύ ζωής και θανάτου.
Το σώμα της είναι εδώ αλλά αυτή αγνοείται. Ίσως να είναι εδώ, ίσως είναι στο σώμα της μέσα ψάχνοντας ένα τρόπο να ανανήψει, ίσως είναι στο δωμάτιο ψάχνοντας ένα τρόπο να διαφύγει, δεν ξέρω, δεν ξέρω αν με ακούει, αν με νιώθει, αν καταλαβαίνει ότι είμαι εδώ κοντά της, κάθε μέρα. Κάθε μέρα ψάχνοντας ένα τρόπο να επικοινωνήσω, να την φέρω πίσω κοντά μου, να μην μείνω εντελώς μόνη, να μην ακολουθήσει τον πατέρα μου στον θάνατο. Το χαμόγελο μου σφίχτηκε, προσπαθώντας να διατηρηθεί, αυτή η σκέψη είναι δύσκολη από όλες τις μεριές. Ο πατέρας μου νεκρός, η μητέρα μου κάπου στο ενδιάμεσο, και εγώ εδώ, να υπάρχω, να διατηρούμε στην ζωή, να μην ζω, απλά να υπάρχω, ανάσα μέσα ανάσα έξω, ανάσα μέσα ανάσα έξω, ανάσα μέσα ανάσα έξω, ξανά και ξανά.
«Καλημέρα Άννα, βλέπω χτένισες την Μπιάνκα σήμερα, στις ομορφιές της» χαμογέλασε ευγενικά ο γιατρός διακόπτοντας με την πιο κατάλληλη στιγμή.
«Ναι, ναι γιατρέ , όμορφη δεν είναι;» χαμογέλασα πίσω. Το χαμόγελο μου άρχισε να με κουράζει και ασφυκτιούσα.
«Λοιπόν εγώ θα πρέπει να φύγω, να σας αφήσω να κάνετε και εσείς τις εξετάσεις που χρειάζεται. Γεια σου μαμά» ψυθίρισα τρυφερά σκύβοντας να φιλήσω την μαμά μου στο μέτωπο, «γεια σας κ. Γεωργίου, θα σας δω αύριο» είπα δυνατά καθώς εκείνος κοίταζε το διάγραμμα της μαμάς μου.
Μη περιμένοντας για την απάντηση του πετάχτηκα έξω από το δωμάτιο και βάδισα γοργά στον ανελκυστήρα πάτησα βίαια το κουμπί. Αργεί πολύ, λες και το κάνει επίτηδες την στιγμή που δεν έχεις χρόνο, που δεν κρατιέσαι άλλο να καθυστερεί σαδιστικά. Επιτέλους άνοιξε η πόρτα και χώθηκα μέσα μόνη μου. Η πόρτα έκλεισε και εγώ απελευθέρωσα τον εαυτό μου για λίγο. Άφησα το χαμόγελο μου να μαραθεί και να μου ξεφύγουν δάκρυα που ανακούφισαν λίγο τον κόμπο στον λαιμό. Το καμπανάκι με προειδοποίησε ώστε να σκουπίσω βιαστικά τα μάτια μου και να βάλω τα ακουστικά μου. Δεν είναι ακόμα ώρα για να σκεφτώ οτιδήποτε και να καταρρεύσω, έχω μια ολόκληρη μέρα μπροστά μου.
Φτάνοντας στο γραφείο προσπερνώ γρήγορα τις καλημέρες, ποτέ δεν ήμουν πολύ φιλική, όχι εχθρική απλά άνθρωπος που κρατά αποστάσεις, δεν με πολυνοιάζει να ξεκινήσω ψιλοκουβέντα και να προσποιούμαι ότι ενδιαφέρομαι για άσχετους. Κοίταξα γύρω μου πόσο διαφορετικός είναι ο χώρος τώρα που η άνοιξη μπήκε για τα καλά. Φτιαγμένος από μέταλλο και γυαλί όχι μόνο επιτρέπει σε κάθε ακτίνα να διεισδύσει αλλά λες και την πολλαπλασιάζει ώστε σχεδόν να λάμπει όλο το μέρος. Το καλλιτεχνικό μου μάτι τα διέκρινε όλα αυτά, και πάντα εντυπωσιαζόμουν από την ομορφιά των απλών πραγμάτων, τώρα τελευταία δεν με χαροποιούσαν όμως και τόσο πολύ. Τι να το κάνεις το φως και τις ακτίνες όταν έχουν καταρρεύσει τα πάντα, όταν εκεί που ήταν τα όνειρα και η ζωή σου τώρα υπάρχει μια τρύπα;
«Καλημέρα» μου φώναξε η Κάτια, η μόνη φίλη που απέμεινε, ο μόνος συνδετικός κρίκος με την παλιά μου ζωή.
«Όλα καλα? Κουρασμένη μου φαίνεσαι σήμερα».
«Καλά, μια χαρά, ίδια κατάσταση»
Μου χαμογέλασε και δεν ρώτησε παραπάνω.
«Είσαι στο τηλέφωνο 12» μου είπε για να μην χρειαστεί να κοιτάξω το προγραμμα.
Η μέρα περνά ήσυχα, με καφέ και πολλή κουβέντα στο τηλέφωνο. Η δουλειά μου έιναι να ρωτώ τηλεφωνικώς τον κόσμο την άποψη του σε θέματα που μου είναι αδιάφορα και μετά να την καταγράφω. Το καλό είναι ότι πολλοί έχουν άποψη και θέλουν να την πουν, κάτι που κάνει την δουλειά μου εύκολη.
Στην επιστροφή αποφάσισα ότι θέλω να περπατήσω αντί να πάρω το μετρό. Θα περπατούσα μέχρι μια στάση του λεωφορείου και θα το έπαιρνα αυτό για σπίτι. Περπατούσα αργά χαζεύοντας γύρω μου με τα ακουστικά στα αυτιά μου και την μουσική δυνατά. Παρατηρούσα τον κόσμο, τις βιτρίνες, τα αυτοκίνητα, μου αρέσει να είμαι στην πόλη, μια ξένη ανάμεσα σε άλλους ξένους, μια άγνωστη. Χωρίς ταυτότητα. Δεν είμαι η Άννα, που σπούδασε καλές τέχνες, που έχασε τον πατέρα της σε αυτοκινητιστικό πριν τρεις μήνες και η μητέρα της είναι εδώ και δεν είναι, η Άννα που δεν μπορεί πλέον να ζωγραφίσει, που το υποσυνείδητο της έχει παραπάνω φαντασία από το συνειδητό της. Είναι άνοιξη. Είχα σχέδια κάποτε για την άνοιξη, θα ήθελα να συμμετέχω σε μια έκθεση την άνοιξη, θα είχα 25 πίνακες προς πώληση, και όχι 9 μισοτελειωμένους πίνακες ακουμπισμένους στον τοίχο πίσω από τον καναπέ στο σαλόνι.
Και τότε τον είδα!

3 σχόλια:

  1. Συμπαθώ την Άννα. Άγνωστη μέσα σε αγνώστους.
    Τον πίνακα;;;; Άτε περιμένω το επόμενο κεφάλαιο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ποιον είδες?? Πίνακα?Παιδίν?? Περιμένω την συνέχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μάλλον τον έρωτα είδε αλλά για να δούμε θα αξίζει το κόπο ή θα κάνει και αύτος χειρότερα τα πράγματα? Βλέπεις επήραμε το πολλά σοβαρά!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή