25/4/14

Κεφάλαιο 1ο-Μέρος Α



Ακόμα μια νύχτα περνά πολύ αργά. Το πρώτο φως με βρίσκει ξύπνια. Έκανα ότι ήταν δυνατόν να ναρκώσω τον εαυτό μου, να μην σκέφτομαι τίποτα αλλά απόψε δεν τα κατάφερα. Όλοι οι τρόποι που χρησιμοποιώ για να παγώνω τις σκέψεις κάποιες φορές αποτυγχάνουν και ξυπνώ πιο κουρασμένη από ότι ήμουν. Προσπαθώ πάντα να είμαι εξαντλημένη όταν ξαπλώσω, ή να έχω ίλιγγο από την πολλή ώρα στον υπολογιστή ώστε να περάσει η νύχτα χωρίς τις σκέψεις να με αναστατώνουν.
Θα πρέπει να σηκωθώ σε λίγο. Σε τέσσερα λεπτά θα χτυπήσει το ξυπνητήρι. Πάλι κουρασμένη. Τρία και είκοσι. Και δεκαεννιά. Είκοσι δύο χρονών, απογοητευμένη.
Αργά σηκώνομαι και αμέσως μετανιώνω, ξανάξαπλώνω αλλά δεν με παίρνει καθόλου, θα αργήσω πάλι και δεν κάνει. Τουλάχιστον όσο πιο γρήγορα φύγω τόσο πιο γρήγορα θα επιστρέψω στο σπίτι μου. Όχι πως περνώ πολύ ωραία στο σπίτι μου,  απλά εδώ δεν χρειάζεται να προσποιούμαι.
Ένας άντρας περνά από το μυαλό μου στιγμιαία. Ένας άγνωστος άντρας που βλέπω σχεδόν κάθε νύκτα στο όνειρο μου. Το κερασάκι στην τούρτα, ένας άγνωστος να πολιορκεί τον ύπνο μου σαν καμιά κοινή γκόμενα με ονειρώξεις. Ένας μελαχρινός γεροδεμένος άντρας να με κοιτάζει σοβαρά, να φαίνεται ότι αναρωτιέται για` μένα. Δεν μπορώ καν να καταλάβω αν μου προκαλεί ανακούφιση η παρουσία του ή το αντίθετο, που με κοιτάζει με τα σκούρα του μάτια κάθε βράδυ τις τελευταίες μέρες.
Έχω πλέον μόνιμα κατήφεια. Μετά τις σπουδές μου επέστρεψα πίσω με βαριά καρδιά αλλά με ανυπομονησία για το μέλλον. Δεν έβρισκα δουλειά και δεν ήταν και κανένα σπουδαίο νέο. Είχα υπομονή και ελπίδα για κανένα διαφημιστικό γραφείο. Δεν βρήκα κάτι έτσι κι αλλιώς δεν το είχα και κύριο σκοπό. Έκανα άλλο σχέδιο. Βρήκα μια δουλειά να κάνω ότι να` ναι απλά για να κοινωνικοποιηθώ και να βγάζω κάποια χρήματα και άρχισα μόνη μου να δημιουργώ τους δικούς μου πίνακες. Ένα σχέδιο που πάγωσε και έμεινε σχέδιο. Και αυτό με ενοχλεί,  στην αρχή ήταν ένα τίποτα, ένα αγκάθι στο πίσω μέρος του μυαλού μου, το οποίο όμως σταδιακά μεγαλώνει και μεγαλώνει, επεκτάθηκε σε όλο μου το σώμα και τώρα το νιώθω σε κάθε μου κίνηση σε κάθε μου σκέψη. Οι δικοί μου πίνακες δεν υπάρχουν , οι δικοί μου πίνακες είναι κενοί και τα μυαλό μου σαν τηλεόραση που δεν βρίσκει σταθμό. Μακάρι να ήταν το μόνο μου αγκάθι αυτό, μακάρι να να μπορούσα να ξεχάσω για λίγο το παρόν και να νιώσω όπως ένιωθα πριν έξι μήνες, μακάρι να μην ήμουνα τόσο χαμένη, μουδιασμένη, και να μην ένιωθα τόσο ανήμπορη. Το αστείο είναι ότι οι καλλιτέχνες λογικά εμπεονται από τα τραγικά συμβάντα. Ξέρω? Ίσως τελικά να μην είμαι ούτε καλλιτέχνης. 
Δεν μπορώ να το χωνέψω ότι αυτή είναι η ζωή μου. Και έτσι ξεκινά η μέρα μου.
Χαμένη στις σκέψεις βγαίνω από το σπίτι. Μηχανικά πατώ το κουμπί του ανελκυστήρα κοιτάζοντας με στον καθρέφτη, ούτε ξέρω τι φόρεσα πριν φύγω απ` το σπίτι. Πράσινη ζακέτα, λευκή μπλούζα, γκρίζα ίσια φούστα πάνω από το γόνατο. Τουλάχιστον δεν έχω χάσει το στυλ μου. Παρατηρώντας με νιώθω ακόμα ένα κύμα απογοήτευσης να ανεβαίνει και να κάθεται στο πίσω μέρος του λαιμού μου. Το πρόσωπο μου θαμπό και κουρασμένο, όλη μου η ύπαρξη σε όλα τα επίπεδα νιώθει θλίψη. Δεν θέλω αυτή τη ζωή, νιώθω πως δεν είναι στο χέρι μου να την αλλάξω.
Βγαίνω στον δρόμο και βάζω τα ακουστικά μου. Δυναμώνω την ενταση και περπατώ ως το μετρό. Όσο πιο δυνατά τόσο καλύτερα, τόσο πιο δύσκολο να σκεφτώ, απλά χάνομαι στην μουσική και παρασύρομε στον ρυθμό. Πριν λίγο καιρό αυτές οι ώρες στον δρόμο ήταν οι χειρότερες, oι ώρες που περνούσα στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Δεν είχα τίποτα να κάνω και σκεφτόμουν συνέχεια συνέχεια συνέχεια μέχρι να φτάσω στον προορισμό. Τώρα τα ακουστικά έχουν γίνει απαραίτητα για τις διαδρομές μου στην Αθήνα και δεν θα μπορούσα να είναι πιο ευγνώμων.
Το καμπανάκι ενός άλλου ανελκυστήρα με διακόπτει, έφτασα στον πέμπτο. Παίρνω μια βαθιά αναπνοή.  Στην αρχή πίστευα ότι με τον καιρό θα γινόταν πιο εύκολο αλλά δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από το ότι «ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα». Μπορεί να γίνεται και χειρότερο, δεν ξέρω, δεν θέλω να το σκεφτώ. Η πόρτα πάει να κλείσει και με διακόπτει με αγένεια. Πετάγομαι και προλαβαίνω να βρεθώ έξω στον διάδρομο του νοσοκομείου. Ένα τυπικό νοσοκομείο, ξεπλυμένο πράσινο και κίτρινο, χαρακτηριστική μυρωδιά και ησυχία. Καλημερίζω τις νοσοκόμες χωρίς να τις αντικρίζω, δεν συναντώ τις ανυπόφορες ματιές τους, γεμάτες συμπόνια. Ποτέ δεν ήμουν άνθρωπος που ήθελα να έχω την προσοχή πάνω μου, και όλη αυτή η τυπική συμπαράσταση μου χτυπά στα νεύρα. Σταματώ έξω από την πράσινη πόρτα με τον αριθμό 522. Περνώ τα χέρια μου μέσα στα μαλλιά μου ανακατεύοντας τα ελαφρά, τεντώνομαι λες και τινάζω κάτι από πάνω μου, λες και με μια κίνηση μπορώ να πετάξω όλη την κατάθλιψη, χαμογέλασα δοκιμαστικά δύο τρεις φορές και μπήκα φουριόζα στο δωμάτιο.
«Καλημέρα μαμά»

9 σχόλια:

  1. I knew it. :(
    Ah κουράγιο ντίαρ.
    Υπομονή. xxxxx

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. oh no dear!
      thnx αλλά εν ιστορία-όχι αληθινή!
      νόμιζα θα το καταλάβεις από τον τίτλο :)

      Διαγραφή
    2. όπως και να χει. πολλά ωραία.
      true or not.

      Διαγραφή
  2. Πάρα πολλά ωραίο κείμενο. Γράφεις πολλά ωραία.Αναμενομεν την συνέχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. κορη μα εshεις πεννα τελικα! Ατε περιμενουμε την συνεχεια! Σε μια στιγμη ενομιζα οτι εθκεβαζα βιβλιο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Απαντήσεις
    1. αν θέλεις συνεχίζεις!
      εγώ εννά συνεχίσω δαμέ :)

      Διαγραφή
  5. Άρεσε μου! Περιμένω τζιαι γω τη συνέχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή